Tag Archives: art

Οι απομείναντες (Μίλτος Σαχτούρης)

Οι απομείναντες (Μίλτος Σαχτούρης)

Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fraulein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

Συνεχίστε την ανάγνωση


Νησί μέσα στην πόλη – Αρλέτα

ΝΗΣΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

(στ. μουσ. Αρλέτα)

Παίζω με τη ζωή χορεύω το χορό μου
Κοιμάμαι αγκαλιά μαζί με τ’ όνειρό μου

 

κι η μέρα μου γελάει και με χαϊδεύει η νύχτα

 

κι ο έρωτας μου λέει παραμύθια

 

 

 

Γιατί είμαι ένα νησί μέσα στην πόλη

 

Κανείς δε με γνωρίζει κι ας με ξέρουν όλοι
Παίζω με τη ζωή στα δίχτυα της αράχνης
Γελάω με τον καιρό πίνω νερό της πάχνης
Κι εσένα π’ αγαπάω πάντα θα σε παιδεύω
Σαν ψάρι θα γλιστράω θα δραπετεύω
Γιατί είμαι ένα νησί μέσα στην πόλη
Κανείς δε με γνωρίζει κι ας με ξέρουν όλοι
Παίζω με τη ζωή παίζει κι αυτή με μένα
Κρατάω μυστικά στον άνεμο κρυμμένα
Κι η άγρια μοναξιά άνοιξε σαν λουλούδι
Και τα’ άρωμα της το ‘κανα τραγούδι
Γιατί είμαι ένα νησί μέσα στην πόλη
Κανείς δε με γνωρίζει κι ας με ξέρουν όλοι

 

«Νησί μέσα στην πόλη» από το δίσκο «Άσε τα κρυφά κρυμμένα», ένα τραγόύδι αυτοβιογραφικό μοναχικό μα και υπέροχο. Ο «εσωτερικός εθνικός ύμνος» της Αρλέτας, όπως η ίδια το χαρακτήρισε, σε αντιπαράθεση στους «επίσημους εθνικούς ύμνους» που το κοινό τμε αγάπη ης απέδωσε κατά καιρούς όπως το «μια φορά θυμάμαι» «το πέτρινο χαμόγελο», τη «Σερενάτα», «Μπαρ το ναυάγιο»…

πηγή: http://giatinarleta.blogspot.com/

 


Γιώργος Σεφέρης «Ο Δαίμων της Πορνείας»

 
Stefan Kuhn
 
Γιώργος Σεφέρης «Ο Δαίμων της Πορνείας»
…Nicosia e Famagosta per la lor bestia si lamenti e garra… (Λευκωσία και Αμμόχωστος θρηνούν και στενάζουν για το κτήνος τους)
PARADISO
…ως γοιόν ηξεύρετε και ο δαίμων της πορνείας όλον τον κόσμον
πλημμελά τον εκόμπωσε τον ρήγαν και έππεσεν εις αμαρτίαν… (…γιατί, όπως ξέρετε, ο δαίμων της πορνείας που όλο τον κόσμο βάζει σε πείρασμό, πλάνεψε τον βασιλιά και υπέπεσε σε αμάρτημα…)
XPONIKO TOY MAXAIPA
O Tζουάν Bισκούντης είχε γράψει την αλήθεια.
Πώς πλέρωσε μαυλίστρες ο κούντη Tερουχάς
πώς βρέθηκαν αντάμα αυτός κι η ρήγαινα
πώς άρχισε το πράμα, πώς ξετέλειωσε,
όλα της Λευκωσίας τα κοπέλια
το διαλαλούσαν στα στενά και στις πλατείες.
Πως ήταν η γραφή σωστή που έστειλε στη Φραγκιά
στο ρήγα το ξέραν οι συβουλατόροι.
Όμως τώρα
συνάχτηκαν και συντυχαίναν για να συβουλέψουν
την Kορόνα της Kύπρου και των Iεροσολύμων·
τώρα ήταν διαταμένοι για να κρίνουν
τη ρήγαινα Λινόρα που κρατούσε
απ’ τη μεγάλη τη γενιά των Kαταλάνων·
κι είναι ανελέημονες οι Kαταλάνοι
κι αν τύχαινε κι ο ρήγας εκδικιούνταν
τίποτε δε θα το ‘χαν ν’ αρματώσουν και να ‘ρθούνε
και να τους ξολοθρέψουν αυτούς και το βιο τους.
Eίχαν ευθύνες, τρομερές ευθύνες·
από τη γνώμη τους κρέμουνταν το ρηγάτο.
Πως ο Bισκούντης ήταν τίμιος και πιστός
βέβαια το ξέραν· όμως βιάστηκε,
φέρθηκε αστόχαστα άμοιαστα άτσαλα.
Ήταν αψύς ο ρήγας, πώς δεν το λογάριασε;
και μπρούμυτα στον πόθο της Λινόρας.
Πάντα μαζί του στα ταξίδια το πουκάμισό της
και τό ‘παιρνε στην αγκαλιά του σαν κοιμούνταν·
και πήγε να του γράψει ο αθεόφοβος
πως βρήκαν με την άρνα του το κριάρι·
γράφουνται τέτοια λόγια σ’ έναν άρχοντα;
Ήταν μωρός. Tουλάχιστο ας θυμούνταν
πως έσφαλε κι ο ρήγας· έκανε το λιγωμένο
μα είχε στο πισωπόρτι και δυο καύχες.
Aναστατώθη το νησί σαν η Λινόρα
πρόσταξε και της έφεραν τη μια, τη γκαστρωμένη
κι άλεθαν με το χερομύλι πάνω στην κοιλιά της
πινάκι το πινάκι το σιτάρι.
Και το χειρότερο – δεν το χωράει ο νους –
αφού το ξέρει ο κόσμος όλος πως ο ρήγας
γεννήθηκε στο ζώδιο του Aιγόκερω,
πήρε στα χέρια του ο ταλαίπωρος καλάμι
τη νύχτα που ήταν στον Aιγόκερω η σελήνη
να γράψει τι; για κέρατα και κριάρια!
O φρόνιμος τη μοίρα δεν τηνε ξαγριεύει.
Όχι· δεν είμαστε ταγμένοι για να πούμε
πού είναι το δίκιο. Tο δικό μας χρέος
είναι να βρούμε το μικρότερο κακό.
Κάλλιο ένας να πεθάνει από το ριζικό του
παρά σε κίντυνο να μπούμε εμείς και το ρηγάτο.
Έτσι συβουλευόντουσαν όλη τη μέρα
και κατά το βασίλεμα πήγαν στο ρήγα
προσκύνησαν και τού είπαν πως ο Tζουάν Bισκούντης
είναι ένας διαστρεμμένος ψεματάρης.
Κι ο Tζουάν Bισκούντης πέθανε απ’ την πείνα σε μια γούφα.
Μα στην ψυχή τού ρήγα ο σπόρος της ντροπής του
άπλωνε τα πλοκάμια του και τον εκίνα
το ‘παθε να το πράξει και στους άλλους.
Kερά δεν έμεινε που να μη βουληθεί να την πορνέψει·
τις ντρόπιασε όλες. Φόβος κι έχτρα ζευγαρώναν
και γέμιζαν τη χώρα φόβο κι έχτρα.
Έτσι, με το «μικρότερο κακό», βάδιζε η μοίρα
ως την αυγή τ’ Άγι’ Aντωνιού, μέρα Tετάρτη
που ήρθαν οι καβαλάρηδες και τον εσύραν
από της καύχας του την αγκαλιά και τον εσφάξαν.
«Kαι τάπισα παρά ούλους ο τουρκοπουλιέρης
ήβρεν τον τυλιμένον το αίμαν» λέει ο χρονογράφος
«κι έβγαλεν την μαχαίραν του και κόβγει
τα λυμπά του με τον αυλόν και του είπε:
Για τούτα έδωκες θάνατον!».
Αυτό το τέλος
όρισε για το ρήγα Πιέρ ο δαίμων της πορνείας.

«…με μάτι ηλεκτρονικό παρατηρώντας, στήνοντας πάλι βακχικά παιχνίδια σ’ ένα πεδίο προσγειώσεως σε πάγο, σ’ ένα πεδίο απογειώσεως για τ’ άστρα, ένα παιδίο μαγικό μ’ έκπληκτα μάτια.»~Αρλέτα

Αξιοσημείωτα από το βιβλίο «ΑποΠουΠάνεΓιαΤηνΆνοιξη;» της Αρλέτα

Δεν είναι εύκολο, μα πρέπει, να μεταλλάζω τραγωδία σε κωμωδία,
το μέσα μου ουρλιαχτό μ’ ένα χαλί να κρύψω και την απελπισία μου να κάνω
ένα πολύχρωμο μπαλόνι με αστεία για το παιδί που κλαίει στη γωνία. Συνεχίστε την ανάγνωση


[Δύο Ποιήματα] Του Τζιάκομο Λεοπάρντι

Πάργα, Ιούνιος 2017

 
Το βράδυ της γιορτής
 
 
Νύχτα γλυκιά και ξάστερη, χωρίς αέρα
Πάνω από τις σκεπές και μέσα στις αυλές
Ήσυχη στέκεται η σελήνη, και φαίνονται μακριά
Γαλήνια τα βουνά. Αγαπημένη μου
Τώρα σιωπούν τα μονοπάτια, και στα μπαλκόνια
Έμειναν λίγα φώτα, εδώ κι εκεί.
Εσύ κοιμάσαι, με εύκολο ύπνο
Στα ήσυχα δωμάτιά σου, χωρίς έγνοιες
Κι ούτε φαντάζεσαι ούτε ξέρεις την πληγή
Που μου άνοιξες στο στήθος.
Κοιμάσαι. Βγαίνω να χαιρετήσω
Αυτόν τον ουρανό, που μοιάζει τόσο ευγενικός
Και την αρχαία φύση, την παντοδύναμη
Που μ’ έπλασε για πόνο.
Σε σένα αρνούμαι την ελπίδα, μου λέει

Συνεχίστε την ανάγνωση


«…πρέπει να είσαι άγιος ή να γίνω πάγος.»~Αρλέτα

Αξιοσημείωτα από το βιβλίο «ΑποΠουΠάνεΓιαΤηνΆνοιξη;» της Αρλέτα

Είμαι νερό.
Για να περπατήσεις πάνω μου Συνεχίστε την ανάγνωση


6 ποιήματα του Τζιάκομο Λεοπάρντι

 

Ο Τζιάκομο Λεοπάρντι (Giacomo Leopardi, 29 Ιουνίου 1798–14 Ιουνίου1837) ήταν Ιταλός ρομαντικός ποιητής και φιλόσοφος, ένας από τους μεγάλους Ιταλούς ποιητές του 19ου αιώνα.
Από πλούσιους και μορφωμένους γονείς που, σε συνδυασμό με το ασφυκτικό επαρχιακό περιβάλλον της γενέτειρας του, επιδρούν αρνητικά στη μετέπειτα ζωή του, μελετά από μικρός αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς και, σε νεαρή ακόμη ηλικία, γράφει δοκίμια, πραγματείες και ποιήματα. Με εύθραυστη υγεία, μοναχικός χαρακτήρας και ασυμβίβαστος, ταξίδεψε σε πολλές πόλεις της Ιταλίας, στην προσπάθειά του να αποκοπεί από το περιβάλλον της γενέτειράς του. Πέθανε σε ηλικία 39 ετών
θεωρείται ο σημαντικότερος Ιταλός ποιητής μετά τον Πετράρχη. Πολυμαθέστατος, πολύγλωσσος, φιλόσοφος και αρχαιογνώστης, ήταν απόγονος παλαιάς οικογένειας ευγενών γαιοκτημόνων η οποία, αρχικά, τον προόριζε για τον εκκλησιαστικό βίο. Από την πρώτη νεότητά του, διακατείχε τον φιλάσθενο κόμη το συναίσθημα της μοναξιάς και της απαισιοδοξίας. Έβρισκε καταφύγιο στη μελέτη και εκπόνησε πλήθος εργασιών σε επιστημονικά, φιλοσοφικά και φιλολογικά θέματα. Έζησε κατά διαστήματα στη Ρώμη, το Μιλάνο, την Μπολόνια, τη Φλωρεντία, τη Νεάπολη. Ένιωθε εξόριστος στον κόσμο, τον οποίο ο ίδιος ονόμαζε: «τάφο των ζωντανών» και στιγμάτισε την ηθική, διανοητική και πολιτική παρακμή αντιτάσσοντας το σκεπτικισμό, την ειρωνεία, την αφοσίωση στην τέχνη του
 Με τα ποιήματά του, που συγκέντρωσε στον τόμο Άσματα (1835) «ρομαντικοποίησε την καθαρότητα του αρχαίου ελληνικού συναισθήματος». Άλλα κύρια έργα του: Ηθικά έργα (1827) Σκέψεις (1845), Zibaldone (Ανάλεκτα, 1898-1900).

 

 

Συνεχίστε την ανάγνωση


«…γι’ αυτούς που γίνανε καρφιά σε τοίχο για να κρεμάνε τα φτερά τους όσοι δεν πρόδωσαν τα όνειρά τους. «~Αρλέτα

photo by ChrisTsik

Αξιοσημείωτα από το βιβλίο «ΑποΠουΠάνεΓιαΤηνΆνοιξη;» της Αρλέτα

Όσο περνάει ο καιρός
το βλέπω καθαρά
είσαι ένα χρώμα άσχετο
στο φόντο μου μουντζούρα.
Σε ήχο πολύχρωμο
ρυθμό πολύτροπο κινούμαι εγώ.
Εσύ παίζε με τα κουμπιά σου τρώγε κονσέρβα άγριο λωτό.
Φύγε από δω.
Δεν έχει θέση για καμιά σχέση
είμαστε ξένοι εχθροί ομωσμένοι εσύ κι εγώ. Συνεχίστε την ανάγνωση


προς το Αγαθό

Μέτσοβο, Ιούνιος 2017

προς το Αγαθό

 

Πέρα απ’ τις αισθήσεις
χωρίς τις εμπειρίες
επέλεξα να βιωθώ
σαν νοητή Ιδέα

Είμαι η Αλήθεια που ζητάς
και κρύβομαι στα όντα
του ‘Όμορφου, ο ορισμός
του Ωραίου, του Δικαίου

Είμαι για πάντα της σκιάς
ο λόγος που υπάρχει
των πάντων είμαι πρόσωπο
καθολικό που άρχει Συνεχίστε την ανάγνωση


Ζωής Καφές

Ζωής Καφές

Τα χείλη καίει ένας ζεστός καφές
Βουτώ μπισκότο να γευτώ την πανδαισία
Μια ρουφηξιά ως τον στυφό ντελβέ
Βλέπω το άρωμα, ακούω τη γεύση Συνεχίστε την ανάγνωση


Citizen

Kώστας Γιαννακίδης

Lake Superior Spirit

Blogging from the Upper Peninsula North Woods...

Maryanne Christiano-Mistretta

inspiration, motivation, and a little sass!

Paris1972-Versailles2003

Travel and my anecdotes

pensitivity101

An onion has many layers. So have I!

YesterdayAfter

Art Inspiring Magic by Carolina Russo

joannerambling

Remember Life's Too Short To Be Miserable

atleastihaveafrigginglass

What could possibly go wrong?

Αρέσει σε %d bloggers: