Tag Archives: Φιλοσοφία

«Ελεονώρα» του Έντγκαρ Άλαν Πόε

dancer_red_ballet.jpg

μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη

Sub conservatione formae specificae salva anima
[Υπό την προστασία μιας συγκεκριμένης μορφής, η ψυχή μπορεί να σωθεί]
(Ραϊμούνδος Λούλιος)

Προέρχομαι από μια γενιά που τη χαρακτηρίζουν η αχαλίνωτη φαντασία και το άσβεστο πάθος. Ο κόσμος με λέει τρελό, ωστόσο το ερώτημα δεν έχει ακόμα διασαφηνιστεί, αν η τρέλα είναι τελικά ή όχι η πιο ευγενής έκφανση της ευφυΐας – αν κάποιες από τις σκέψεις τις ξεχωριστές, αν όλες οι βαθυστόχαστες ιδέες δεν πηγάζουν από την ασθένεια του πνεύματος – από τις διαθέσεις του μυαλού που κυριαρχούν εις βάρος της γενικότερης νοημοσύνης. Εκείνοι που βλέπουν όνειρα την ημέρα είναι γνώστες πολλών πραγμάτων τα οποία περνούν απαρατήρητα από όσους ονειρεύονται μόνο τη νύχτα. Μέσα στα γκρίζα οράματά τους κατακτούν στιγμές της αιωνιότητας και καθώς ξυπνούν, ανακαλύπτουν με δέος ότι είχαν βρεθεί μια ανάσα από την αποκάλυψη κάποιου μεγάλου μυστικού. Μέσα σε λίγες στιγμές μαθαίνουν κάτι από τη σοφία του καλού και κάτι περισσότερο από την απλή γνώση του κακού. Εισχωρούν, ωστόσο, χωρίς πηδάλιο και χωρίς πυξίδα, στον απέραντο ωκεανό του «αρρήτου φωτός» και πάλι, όπως στις περιπέτειες του Νουβιανού γεωγράφου, «agressi sunt mare tenebrarum, quid in eo esset exploraturi» [«εισβάλλουν στη Θάλασσα του Σκότους για να ανακαλύψουν τι κρύβει»].

Ας πούμε λοιπόν ότι είμαι τρελός. Ή τουλάχιστον ας δεχτώ ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές καταστάσεις πνευματικής υπόστασης: η κατάσταση της διαυγούς λογικής, η οποία είναι αδιαμφισβήτητη και σχετίζεται με την ανάμνηση των γεγονότων που αποτελούν την πρώτη εποχή της ζωής μου, και μια κατάσταση σκιάς και αμφιβολίας, που αφορά το παρόν και την αναπόληση όσων αποτελούν τη δεύτερη μεγάλη περίοδο της ύπαρξής μου. Επομένως, ό,τι αφηγηθώ σχετικά με τα πρώτα χρόνια, να το πιστέψετε. Και ό,τι πιθανώς αναφέρεται σε μια μεταγενέστερη εποχή, δώστε του όση πίστη κρίνετε εσείς ή και αμφισβητήστε το εντελώς ή, αν δεν μπορείτε να το αμφισβητήσετε, να αντιμετωπίσετε το αίνιγμά του όπως είχε κάνει κάποτε ο Οιδίποδας.

Εκείνη που αγάπησα στα νιάτα μου, και την ανάμνηση της οποίας τώρα καταγράφω με ηρεμία και σαφήνεια, ήταν η μοναχοκόρη της μονάκριβης αδελφής της μακαρίτισσας της μητέρας μου. Ελεονώρα ήταν το όνομα της ξαδέλφης μου. Ζούσαμε μαζί όλη μας τη ζωή, κάτω από τον τροπικό ήλιο, στην Κοιλάδα του Πολύχρωμου Γρασιδιού. Ήταν αδύνατο να φτάσει κανείς τυχαία σ’ αυτή την κοιλάδα – γιατί ήταν κρυμμένη πίσω από μια σειρά γιγάντιους λόφους που υψώνονταν γύρω της και δεν άφηναν τον ήλιο να φωτίσει τις πιο κρυφές γωνιές της. Τα μονοπάτια γύρω της ήταν απάτητα και, για να φτάσει κανείς στο ευτυχισμένο σπιτικό μας, έπρεπε να παραμερίσει με όλη του τη δύναμη τα φυλλώματα εκατοντάδων δέντρων και να τσαλαπατήσει την ομορφιά εκατομμυρίων μυρωδάτων λουλουδιών. Έτσι λοιπόν ζούσαμε ολομόναχοι, κι όλος ο κόσμος μας ήταν αυτή η κοιλάδα – εγώ, η ξαδέλφη μου και η μητέρα της.

Από τις σκοτεινές εκτάσεις πέρα από τα βουνά, στo υψηλότερο σημείο της προφυλαγμένης ιδιοκτησίας μας, ξεκινούσε ένα στενό και βαθύ ποτάμι που η λάμψη του ξεπερνούσε τα πάντα εκτός από τα μάτια της Ελεονώρας – στη φιδωτή διαδρομή του, σχημάτιζε στα κλεφτά μικρούς λαβυρίνθους και ένα μεγάλο μέρος του διέσχιζε ένα σκοτεινό φαράγγι ανάμεσα σε λόφους πιο ζοφερούς ακόμα κι από αυτούς από τους οποίους ξεκινούσε. Το λέγαμε «το Ποτάμι της Σιωπής» γιατί καθώς κυλούσε ήταν σα να επέβαλλε γύρω του την απόλυτη σιωπή. Δεν ακουγόταν το παραμικρό μουρμουρητό από τον πυθμένα του και κυλούσε τόσο ήρεμα, που τα μαργαριταρένια βότσαλα που μας άρεσε να χαζεύουμε κάτω χαμηλά στα βάθη του δεν έκαναν την παραμικρή κίνηση, μόνο έστεκαν ακίνητα, το καθένα στη θέση του, να λάμπουν εκπληκτικά στην αιωνιότητα. Συνεχίστε την ανάγνωση

Advertisement

Με ιδιοτέλεια ζει κι αυτοσκοπό /Εκμεταλλεύεται του άλλου το καλό / Συνεργασία; Μόνο σε κόσμο ουτοπικό |  SearchingTheMeaningOfLife

cats_tow

photo by ChrisTsik

Δυο ξένοι! Δυο νικητές χαμένοι!
Χρήσιμοι ηλίθιοι σε κοινωνία κοιμισμένη
Νταλίκα πόνου σέρνει ο καθένας
Του άλλου πώς να νιώσει τα δεινά;
Όλο θα νιώθει τα δικά του πιο βαριά
Με ιδιοτέλεια ζει κι αυτοσκοπό
Εκμεταλλεύεται του άλλου το καλό Συνεχίστε την ανάγνωση


Αρσένι Ταρκόφσκι {του καλοκαιριού και της θάλασσας | ποιήματα}

sea_beach_sky

Summer in Greece 2020

Σε προαισθήσεις, δεν πιστεύω και προλήψεις
Δε φοβάμαι. Δε φοβάμαι μήτε τη συκοφαντία
Μήτε το δηλητήριο. Θάνατος δεν υπάρχει.
Αθάνατοι όλοι.  Αθάνατα όλα. Δεν πρέπει
Να φοβάσαι το θάνατο ούτε στα δεκαεφτά
Μήτε στα εβδομήντα. Δεν υπάρχει θάνατος Συνεχίστε την ανάγνωση


Ένα κείμενο του Ρουσσώ για τους αιώνια ντροπαλούς, για όσους νιώθουν ότι δεν ανήκουν πουθενά

flames_filakismenos_profitis_JohnnyDi

Fire Sculptures by Johnny Di

Ευγενής άγριος, ακροβάτης δυο κόσμων, να ισορροπεί ενστικτωδώς ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον διαφωτισμό, ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ υπήρξε κάτι περισσότερο από τον στοχαστή που οι ξύλινες ανεπαρκείς περιγραφές των σχολικών εγχειριδίων προσπαθούν να αποδώσουν. Από αυτά τα ανόρεχτα πονήματα θα θυμόμαστε πάντα ότι ο Ρουσσώ υπήρξε πρωτεργάτης του Διαφωτισμού, από τους πιο γνωστούς «Εγκυκλοπαιδιστές», μορφή που επέδρασε βαθιά σε ό,τι αφορά τη Γαλλική Επανάσταση με το «Κοινωνικό Συμβόλαιο», δεν θα θυμόμαστε, ποτέ, ωστόσο, ότι υπήρξε από τους πρώτους που κοίταξαν, άφονα μέσα στην ανθρώπινη ψυχή – κάνοντας την αρχή από τη δική του – αναζητώντας τις ρίζες της δύναμης και της αδυναμίας της.

 

Μια γεύση, για το ποιος πραγματικά ήταν αυτός ο ενδιαφέρων τύπος, μας δίνει ένα ειλικρινέστατο τρυφερό απόσπασμα από τις περίφημες «Εξομολογήσεις» του. Αυτός ο μέγας, εδώ, δηλώνει βλαξ, όταν πρέπει να κοινωνικοποιηθεί και περιγράφοντας τον εαυτό του, χωρίς έπαρση, αλλά και χωρίς ντροπές, περιγράφει όλους εκείνους, τους αιώνια ντροπαλούς ανάμεσα σε κόσμο, που πάντα η σωστή κουβέντα έρχεται στο στόμα τους με καθυστέρηση ή την πιο λάθος στιγμή, όλους εκείνους που, όταν γράφουν συναισθάνονται την ευθύνη κάθε τους λέξης.

«[…] Συνυπάρχουν σ’ εμένα δύο σχεδόν ασυμβίβαστα πράγματα, χωρίς να μπορώ να καταλάβω πώς: μια πολύ θερμή ιδιοσυγκρασία, με αισθήματα δυνατά, ασυγκράτητα, και μια σκέψη αργή, συγκεχυμένη, με ιδέες που μου έρχονται πάντα εκ των υστέρων. Θα έλεγε κανείς πως η καρδιά και το μυαλό μου δεν ανήκουν στο ίδιο άτομο. Η αίσθηση πλημμυρίζει την ψυχή μου ακαριαία, σαν αστραπή · αλλά αντί να με φωτίσει, με καίει και με τυφλώνει. Αισθάνομαι τα πάντα, αλλά δεν βλέπω τίποτα. Είμαι φλεγόμενος, αλλά βλαξ. Για να σκεφτώ, πρέπει να είμαι ψύχραιμος. Το περίεργο είναι πως είμαι ιδιαίτερα εύστοχος, ή ακόμα και πνευματώδης, αρκεί να με περιμένουν. Βρίσκω τις πιο αποστομωτικές απαντήσεις, αλλά μονάχα με την ησυχία μου, γιατί επί τόπου δεν θυμάμαι να έκανα ή να είπα ποτέ τίποτα αξιόλογο. Θα μπορούσα να κάνω μία απολαυστική συζήτηση δι’ αλληλογραφίας, όπως λέγεται ότι παίζουν σκάκι οι Ισπανοί. Όταν κάποτε διάβασα εκείνη τη χαρακτηριστική ιστορία κάποιου δούκα της Σαβοΐας, ο οποίος αναφώνησε ξαφνικά στα μισά του δρόμου: «Να τα φάτε, Παρισινέ πραματευτή*», είπα μέσα μου: «Να, ποιος είμαι».

 

(Σ.Σ: *Το περιστατικό αναφέρεται στα παζάρια του Δούκα της Σαβοΐας κάποτε, σε κατάστημα των Παρισίων. Για την αγορά ενός αντικειμένου πρόσφερε ένα εξευτελιστικό ποσό και τότε ο καταστηματάρχης που δεν το γνώριζε του απάντησε με τη λέξη «σκατά». Ο Δούκας θύμωσε, αλλά δεν βρήκε άμεσα απάντηση στη συμπεριφορά του εμπόρου. Τη βρήκε, βέβαια, στα μισά του δρόμου της επιστροφής, όταν ήδη βρισκόταν κοντά στη Λυών).

 

Αυτή τη βραδύτητα στη σκέψη, που συμβαδίζει με έναν καταιγισμό στην αντίληψη, δεν έχω μόνο όταν μιλάω, την έχω και μόνος μου όταν δουλεύω. Οι σκέψεις μου ταξινομούνται στο μυαλό μου με απίστευτη δυσκολία. Αναβράζουν υπόγεια, ζυμώνονται, κοχλάζουν, μέχρι που ανάβω, πάλλομαι, με πιάνει ταχυπαλμία. Αλλά στο διάστημα αυτού του αναβρασμού, τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο · δεν μπορώ να γράψω ούτε λέξη · πρέπει να περιμένω. Σιγά – σιγά, ανεπαίσθητα, ο σάλος καταλαγιάζει, το χάος ξεμπερδεύεται και το κάθε τι μπαίνει στη θέση του, αλλά αργά και ύστερα από μια άγρια και παρατεταμένη σύγχυση. Έχετε δει ποτέ όπερα στην Ιταλία; Όταν αλλάζει σκηνή, κυριαρχεί στα μεγάλα αυτά θέατρα μια τρομερή αναμπουμπούλα που διαρκεί αρκετή ώρα. Όλα τα σκηνικά γίνονται άνω κάτω, βλέπεις από όλες τα μεριές ένα εκνευριστικό σούρτα φέρτα και έχεις την εντύπωση πως πρόκειται να γκρεμιστεί το παν. Αλλά σιγά – σιγά όλα τακτοποιούνται, δεν λείπει πια τίποτα, και βλέπεις κατάπληκτος ένα μαγευτικό θέαμα να διαδέχεται αυτή την έκρυθμη κατάσταση. Κάτι παρόμοιο είναι και η διαδικασία που συντελείται μέσα στο κεφάλι μου όταν προσπαθώ να γράψω. Αν είχα την υπομονή να περιμένω πρώτα, ώστε να δώσω ύστερα σε όλη τους την ομορφιά τα όσα αναδύονται μέσα από αυτή, ελάχιστοι συγγραφείς θα με είχαν ξεπεράσει.

Σ’ αυτό οφείλεται και η τεράστια δυσκολία με την οποία γράφω πάντα. Τα χειρόγραφα μου, γεμάτα σβησίματα, μουντζούρες και μπερδεμένες διορθώσεις που δεν διαβάζονται, δείχνουν περίτρανα πόσον κόπο κατέβαλα για να τα γράψω. Δεν υπάρχει ούτε ένα που να μη χρειάστηκε να το αντιγράψω τέσσερις και πέντε φορές προτού το δώσω στο τυπογραφείο. Ποτέ δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα καθισμένος σ’ ένα τραπέζι, με μια πένα στο χέρι και μπροστά μου μια κόλλα χαρτί.  Μόνο περπατώντας ανάμεσα στις πέτρες και τα δέντρα ή τη νύχτα, ξαπλωμένος και ξάγρυπνος στο κρεβάτι μου, μόνο τότε γράφω και πάντα νοερά. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς πόσο αργή είναι αυτή η διαδικασία για έναν άνθρωπο εντελώς ανίκανο να απομνημονεύσει οτιδήποτε, έναν άνθρωπο που ποτέ στη ζωή του δεν κατόρθωσε να μάθει έξι στίχους απ’ έξω. Υπάρχουν παράγραφοι στα κείμενα μου, που τις στριφογύριζα και τις ξαναστριφογύριζα πέντε και έξι νύχτες στο μυαλό μου μέχρι να είναι έτοιμες να μπουν στο χαρτί. Γι’ αυτό και τα καταφέρνω καλύτερα με τα κείμενα που απαιτούν πολλή δουλειά, παρά με εκείνα που γράφονται με κάποια προχειρότητα, όπως ας πούμε τα γράμματα, ένα είδος στου οποίου το πνεύμα δεν μπόρεσα ποτέ μου να μπω, και που ανέκαθεν αποτελούσε για ‘μένα πραγματικό μαρτύριο. Για να καταφέρω να γράψω ένα γράμμα για οποιοδήποτε ασήμαντο θέμα, πρέπει να παιδευτώ ώρες ολόκληρες. Αν δοκιμάσω να γράψω απευθείας ό,τι μου έρχεται, δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω και που να τελειώσω · το γράμμα μου γίνεται μία δαιδαλώδης, ατέλειωτη φλυαρία, και είναι πολύ αμφίβολο, αν βγάζει κάποιο νόημα αυτός που το διαβάζει.

 

Δεν δυσκολεύομαι μόνο να διατυπώσω τις σκέψεις μου, δυσκολεύομαι και να τις διαμορφώσω. Έχω μελετήσει τους ανθρώπους και πιστεύω πως είμαι αρκετά καλός παρατηρητής. Κι όμως, σ’ αυτά που βλέπω, δεν μπορώ να δω τίποτα · μόνο σ’ εκείνα που θυμάμαι βλέπω καθαρά, και είμαι οξυδερκής μόνο στις αναμνήσεις μου. Σε όλα συμβαίνουν, όλα όσα λένε και κάνουν οι άλλοι μπροστά μου, δεν διαβλέπω τίποτα, δεν εμβαθύνω σε τίποτα. Το μόνο που προσέχω είναι η επιφάνεια. Αργότερα, όμως, μου ξανάρχονται όλα. Θυμάμαι τον τόπο, τον χρόνο, το ύφος, το βλέμμα, την κίνηση, την ειδική συνθήκη · τίποτα δεν μου διαφεύγει. Και τότε, μέσ’ από εκείνα που έκαναν ή είπαν, καταλαβαίνω τι σκέφτονταν και σπάνια πέφτω έξω.

 

Όσο για την κουβέντα ανάμεσα σε δύο άτομα, έχει ένα άλλο μειονέκτημα, που για ‘μένα είναι ακόμη χειρότερο. Είσαι υποχρεωμένος να μιλάς συνεχώς. Όταν σου μιλάνε, πρέπει να απαντάς και όταν πέφτει σιωπή πρέπει να τη σπας. Αυτός ο αφόρητος καταναγκασμός θα ήταν ήδη υπεραρκετός για να με κάνει να αποφεύγω τις συναναστροφές.

 

Από το πόσο ελάχιστα ελέγχω το μυαλό μου, όταν είμαι μόνος μου, μπορείτε εύκολα να φανταστείτε τι μου συμβαίνει ανάμεσα σε κόσμο, όπου για να μιλήσει κανείς εύστοχα πρέπει να σκεφτεί εν ριπή οφθαλμού χίλια δυο πράγματα μαζί. Και η ιδέα μόνο όλων εκείνων των συμβατικών κανόνων, από τους οποίους είναι βέβαιο πως κάποιον θα ξεχάσω, αρκεί για να χάσω τα λόγια μου. Ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω που βρίσκουν οι άλλοι το κουράγιο να μιλάνε σε μια συντροφιά, όπου σε κάθε σου λέξη πρέπει να λαμβάνεις υπόψη σου όλους τους παρευρισκομένους, κι όπου μόνο αν ξέρεις τα πάντα για τον χαρακτήρα και την προσωπική ιστορία του καθενός, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι αυτό που θα πεις δεν θα θίξει κανέναν. Πάνω σ’ αυτό, οι άνθρωποι των σαλονιών έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα: επειδή ξέρουν καλύτερα τι δεν πρέπει να πουν, μπορούν να είναι πιο σίγουροι γι’ αυτό που λένε. Αλλά και πάλι κάνουν κι αυτοί κάποιες γκάφες. Φανταστείτε τώρα έναν άνθρωπο που πέφτει μέσα εκεί ουρανοκατέβατος. Είναι σχεδόν αδύνατον να μιλήσει έστω και ένα λεπτό, χωρίς να το μετανιώσει. Όσο για την κουβέντα ανάμεσα σε δύο άτομα, έχει ένα άλλο μειονέκτημα, που για ‘μένα είναι ακόμη χειρότερο. Είσαι υποχρεωμένος να μιλάς συνεχώς.  Όταν σου μιλάνε, πρέπει να απαντάς και όταν πέφτει σιωπή πρέπει να τη σπας. Αυτός ο αφόρητος καταναγκασμός θα ήταν ήδη υπεραρκετός για να με κάνει να αποφεύγω τις συναναστροφές. Δεν υπάρχει για ‘μένα χειρότερη καταπίεση από την υποχρέωση να μιλάω χωρίς χρονοτριβή και χωρίς ανάπαυλα. Δεν ξέρω αν αυτό έχει να κάνει με τη θανάσιμη απέχθεια μου για κάθε μορφή καταδυνάστευσης, αλλά αρκεί να πρέπει να μιλήσω οπωσδήποτε για να είναι βέβαιο ότι θα πω κάποια βλακεία.

 

Το τραγικότερο είναι ότι, αντί να κρατάω το στόμα μου κλειστό, όταν δεν έχω να πω τίποτα, με πιάνει μια μανία να μιλήσω για να εκπληρώσω το χρέος μου, μια ώρα αρχύτερα. Σπεύδω να ψελλίσω διάφορες κουβέντες ασυνάρτητες, και είμαι τυεχρός αν δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα. Προσπαθώντας να κατανικήσω ή να κρύψω τη βλακεία μου καταφέρνω να μην την επιδείξω. […]».

 

ΠΗΓΗ: https://www.lifo.gr/

– Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Οι εξομολογήσεις, εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1997.


Στον κρύο τρόμο του Χειμώνα Άνθισε η όμορφη ανεμώνα Προάγγελος έγινε θέρμης |  SearchingTheMeaningOfLife

photo by EvAr

Στον κρύο τρόμο του Χειμώνα
Άνθισε η όμορφη ανεμώνα
Προάγγελος έγινε θέρμης
Στην ομορφιά της ανασαίνεις

Μέσα στην ασυναρτησία
Πετάει και βρίσκει την ουσία
Μια πεταλούδα, η μορφή της
Για όπλο έχει την σιωπή της Συνεχίστε την ανάγνωση


Τόσο δα σπουργίτι, τόσο /Κουβαλά στάρι καμπόσο /Να ταΐσει το αηδόνι /Κι ας του χάλασε η γενιά | SearchingTheMeaningOfLife

spourgiti_bird

Τόσο δα σπουργίτι, τόσο
Κουβαλά στάρι καμπόσο
Να ταΐσει το αηδόνι
Κι ας του χάλασε η γενιά

Τραγουδούσε στα ρυάκια
Σε ποτάμια, σε σοκάκια
Τώρα τρέμει σε γωνίες
Φτερουγίζει σιωπηλά
Συνεχίστε την ανάγνωση


Το φωτοστέφανο φθονούν του αισθηματία /Υποψήφιοι γαμπροί για την ευκολία | SearchingTheMeaningOfLife

Διήγηση αισθημάτων με ευκολία
Άλλοι το λένε και αλαζονεία
Πού να κατανοήσεις ερωτευμένο με τη μελαγχολία;!
Πετρωμένες καρδιές από φιλοχρηματία

Συνεχίστε την ανάγνωση


άραγε να νοεί γιατί στον λαιμό η τριχιά | Μάρκος Μέσκος

photo by EvAr

Και πώς βρέθηκε παροπλισμένο μουλάρι στον μώλο
αμίλητο στα τέσσερα και την ουρά πέρα δώθε Συνεχίστε την ανάγνωση


«Κοίταξε εδω: ζω. Και πως αυτό, από τί; Ούτε η παιδική η ηλικία ούτε και το μέλλον απομειώνονται… Υπόσταση ακαταμέτρητη αναβλύζει μέσα απ’ την καρδιά μου.»~Rainer Maria Rilke

Αξιοσημείωτα από το βιβλίο του Rainer Maria Rilke «Οι ελεγείες του Duino» υπό Βασ.Ι.Λαζανά

Σε ποιόν να καταφύγουμε; Σ’ άγγελο μήτε μήτε σ’ ανθρώπους πάλι.
Καί τα ζώα ακόμη διαισθάνονται πώς δεν είμεθα ως υπάρξεις,
εδώ, ασφαλείς. Σ’ έναν κόσμο ζούμε, απλώς, γνωστόν, οικείο,
σοφά ερμηνευομένον έστω. Ίσως και τούτο
να είναι αρκετό: να βλέπουμε την κάθε μέρα ένα δέντρο
στην άκρη μιας πλαγιάς· Μας μένει ακόμη ο χθεσινός ο δρόμος
και η εμμονή, η προσήλωση, σε μια κακότροπη συνήθεια,
που ήταν ευάρεστη σ’ εμάς. Και προσκολλήθηκε’ δεν φεύγει.

Οι αρχαίες οδύνες -οι πλέον αρχαίες— δεν έχουν ωριμάσει εντός σου,
ώστε να γίνουν γόνιμες; Ο καιρός δεν ήλθε αυτός, πού, όταν αγαπούμε,
να είμεθα πρόθυμοι από το πρόσωπο το προσφιλές να αποσπασθούμε
ως νικητές ριγώντες, καθώς το βέλος -πού συσπειρωμένο
στο στόχο κατευθύνεται και υπερνικώντας τη χορδή του–
την υπέρβαση του εαυτού του επιτυγχάνει. Πουθενά στάση δεν υπάρχει! Συνεχίστε την ανάγνωση


Χνάρια σε περίπατο καθιστικό /Από τζάμι τον κόσμο να αναθεωρώ | SearchingTheMeaningOfLife

Zoo Βουδαπέστη Ιούλιος 2018

Χνάρια σε περίπατο καθιστικό
Από τζάμι τον κόσμο να αναθεωρώ
Ενέπνευσα αίσθημα τρυφερό

Συνεχίστε την ανάγνωση


Chronicles of the Struggling Chef

A Cooking Guide for the Stubborn NonCook

North Omaha Writer's Group/ N.O.W. GROUP

Your Pen Can Move Mountains

FRANCEEVASIONS PHOTOGRAPHY

Découvrir la France, sa faune et sa flore, ses magnifiques paysages et ses villes et villages de caractère

MyStand

Speak life

JoeFlash

Joe Flash was an entertainer many decades ago in the era of Wimbo the Wonderdog and the Children of the Lost Planet. Many careers later he lives on and reflects on a much changed world. But some things never change, do they?

From The Funeral Birds To As The Crow Flies

The ongoing journal of a Gothic storyteller and nature lover.

Αρέσει σε %d bloggers: