Περιφρονούσε κάθε υπερφυσικό σ’ ένα μονάχα είχε εμπιστοσύνη: στο νου του ανθρώπου. Αυτός ήταν που στέκουνταν στην πόρτα της καρδιάς μου και δεν άφηνε το θάμα να μπεί. | Νίκου Καζαντζάκης


Αξιοσημείωτα από το βιβλίο «Αναφορά στο Γκρέκο» του Νίκου Καζαντζάκης

– Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί’ μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει· δε θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.

-Ένιωθα πως αυτό ήταν το χρέος μου, το μοναδικό, να φιλιώσω τα αφίλιωτα, ν’ ανεβάσω από τα νεφρά μου το πηχτό προγονικό σκοτάδι και να το κάμω, όσο μπορώ, φως.

– Κι άξαφνα με κυρίεψε τρόμος’ δεν ήταν ετούτη μια γυναίκα που χόρευε στην άκρα του γκρεμού, ήταν η ίδια η ψυχή μας που ερωτοτροπούσε κι έπαιζε με το θάνατο.

– Ποια ουσία; Τότε δεν ήξερα, αργότερα κατάλαβα’ μια η ουσία, πάντα η ίδια, και δε βρήκε ακόμα ο άνθρωπος άλλο τρόπο να υψωθεί: η κατατρόπωση της ύλης κι η υποταγή του ατόμου σ’ έναν υπερατομικό σκοπό, ας είναι και χίμαιρα. Όταν η καρδιά αγαπάει, χίμαιρα δεν υπάρχει· υπάρχει μονάχα αντρεία και γόνιμη πράξη.

– Όχι να τον φτάσουμε’ μια περήφανη ψυχή, ευτύς ως φτάσει στο σκοπό της, τον μετατοπίζει ακόμα πιο πέρα· όχι να τον φτάσουμε, παρά να μη σταματήσουμε ποτέ στον ανήφορο. Έτσι μονάχα αποχτάει η ζωή ευγένεια κι ενότητα.

– Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη· θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου μεγάλο μάθημα’ αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε, μήτε παρακαλούσε, μήτε έκλαιγεασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο, κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

«Καλύτερα μια μέρα ταύρος παρά ένα χρόνο βόδι»

– ...το μέγα μυστικό: πως όλο τον πόνο και τον αγώνα η ποίηση μπορεί να τον μετουσιώσει σε όνειρο και ν’ αθανατίσει όσο εφήμερο μπορεί, κάνοντάς το τραγούδι. Ως τότε, δυο τρία μονάχα πρωτόγονα πάθη με κυβερνούσαν: ο φόβος, ο αγώνας να νικήσω το φόβο κι η λαχτάρα της λευτεριάς. Μα τώρα άναψαν μέσα μου δυο άλλα πάθη καινούρια: η ομορφιά κι η δίψα της μάθησης.

– Δύο στάθηκαν οι ανώτατες μέρες της ζωής μου- η μέρα που πάτησε ο πρίγκιπας Γεώργιος στην Κρήτη, κι ύστερα από χρόνια, η μέρα που γιόρτασε τα δέκα της χρόνια η Επανάσταση στη Μόσχα. Και στις δυο αυτές μέρες ένιωσα πως μπορούν να γκρεμιστούν τα μεσότοιχα -κορμιά, μυαλά, ψυχές- και να ξαναγυρίσουν οι άνθρωποι, ύστερα από φοβερή αιματερή περιπλάνηση, στην αρχέγονη θεϊκιά ενότητα. Δεν υπάρχει εγώ κι εσύ κι εκείνος, όλα είναι ένα, και το ένα ετούτο είναι βαθύ μυστικό μεθύσι κι ο θάνατος χάνει το δρεπάνι του, θάνατος δεν υπάρχει, χώρια ένας ένας πεθαίνουμε μα όλοι μαζί είμαστε αθάνατοι, ανοίγουμε τις αγκάλες κι αγκαλιάζουμε, ύστερα από τόση πείνα, από τόση δίψα κι ανταρσία, σαν άσωτοι γιοι, τον ουρανό και τη γης, τους δυο γονιούς μας.

Τί κρίμα να μην μπορούν τα πήλινα του ανθρώπου να βλέπουν τ’ αόρατα!

– Και χαίρουμουν γιατί χωρίς να μπορώ ακόμα καθαρά να το στοχαστώ, ψυχανεμίζουμουν πως θα ζω κι εγώ, θα στοχάζουμαι και θα βλέπω κι ακόμα αφού πεθάνω, φτάνει να υπάρχουν ακόμα καρδιές να με θυμούνται.

– Ταράχτηκα’ τόσο λοιπόν είναι δύσκολο να νικήσεις την αρετή;

Οι μικρές αρετές, συλλογίζουμουν, είναι πιο επικίντυνες από τις μικρές κακίες’

– Είχα με τη φαντασία, εξαφανίσει την πραγματικότητα κι αλάφρωσα.

– Δεν έχει όνομα, αποκρίθηκε ο δερβίσης- δε χωράει Θεός σε ονόματα. Το όνομα είναι φυλακή, ο Θεός είναι λεύτερος.

– -Χορεύοντας; έκαμε ο αβάς’ γιατί;
-Γιατί ο χορός, αποκρίθηκε ο γερο-δερβίσης, σκοτώνει το εγώ, κι όταν σκοτωθεί το εγώ, δεν υπάρχει πια εμπόδιο να σμίξεις με το Θεό.

Πήραν οι Έλληνες από την Ανατολή το πρωτόγονο ένστιχτο, την οργιαστική μέθη, τη κτηνώδη κραυγή, την Αστάρτη’ και μετουσίωσαν το ένστιχτο σε έρωτα, το δάγκωμα σε φιλί, το όργιο σε θρησκευτική λατρεία και την κραυγή σε λόγο ερωτικό. Η Αστάρτη έγινε Αφροδίτη.

Όσο η ζωή μάχεται να διατηρηθεί, να προστατευτεί από τους εχτρούς της, να κρατηθεί απάνω στη φλούδα της γης, πολιτισμός δε γεννιέται. Γεννιέται από τη στιγμή που η ζωή ικανοποιήσει τις πρώτες ανάγκες της κι αρχίσει να χαίρεται λίγη ανάπαψη.

– Ποτέ οι Έλληνες δε δούλεψαν την τέχνη για την τέχνη· πάντα η ομορφιά είχε σκοπό να υπηρετήσει τη ζωή. Και τα σώματα τα ήθελαν οι αρχαίοι όμορφα και δυνατά, για να μπορούν να δεχτούν ισορροπημένο και γερό νου. Κι ακόμα, για να μπορούν -σκοπός ανώτατος- να υπερασπίσουν το άστυ.

– Είδα πως ο ανώτατος άθλος της είναι όχι η ομορφιά παρά ο αγώνας για την ελευτερία. Ένιωσα βαθύτερα την τραγική μοίρα της Ελλάδας και πόσο βαρύ το χρέος του Έλληνα. Θαρρώ, ευτύς μετά το προσκύνημά μου στην Ελλάδα, ήμουν ώριμος να μπω στην αντρική ηλικία· και δεν ήταν η Ομορφιά που πάγαινε μπροστά και μ’ έμπαζε στον αντρωνίτη’ ήταν η Ευθύνη.

– Αν αυτός είναι αληθινά ο σκοπός ή όχι, δεν είχε τότε για μένα μεγάλη σημασία· σημασία είχε να βρω, να δημιουργήσω ένα σκοπό που να ‘ ναι σύμφωνος με μένα, κι έτσι, ακολουθώντας τον, να ξετυλίξω στο έπακρο τις εδικές μου λαχτάρες κι ικανότητες. Γιατί θα συνεργαζόμουν αρμονικά πια με το σύνολο.

– Κι οι άνθρωποι το ‘νιωθαν πως δεν είχα την ανάγκη τους, πως μπορούσα να ζήσω δίχως την κουβέντα τους, κι αυτό δεν μπόρεσαν ποτέ να μου το συχωρέσουν. Με πολύ λίγους ανθρώπους θα μπορούσα να ζήσω πολύ καιρό χωρίς να νιώσω δυσφορία.

– Χαρά μεγάλη που είχα βρει έναν άνθρωπο να μην μπορεί ν’ αναπνέει παρά στο πιο αψηλό πάτωμα της επιθυμίας. Γκρεμίζαμε και δημιουργούσαμε τον κόσμο, ήμασταν κι οι δυο σίγουροι πως η ψυχή είναι παντοδυναμη‘ μονάχα που αυτός νόμιζε πως η ψυχή η δική του, εγώ πως η ψυχή του ανθρώπου.

– Παλικαριά μεγάλη να θες να ξεπεράσεις τα σύνορα του ανθρώπου· μα παλικαριά και ν’ αναγνωρίζεις χωρίς τρόμο τα σύνορα και να μην απελπίζεσαι. Θα χτυπούμε, θα χτυπούμε τα κεφάλια μας απάνω στα κάγκελα, πολλά κεφάλια θα γίνουν θρύμματα, μα μια μέρα τα κάγκελα θα σπάσουν.

– «Πόσο μεγάλη η θυσία που κάνεις!» του «πε και τον κοίταξε με συμπόνια. «Εσένα η θυσία είναι πιο μεγάλη, βασιλιά μου», του αποκρίθηκε ο ασκητής. «Πώς αυτό; Γιατί εγώ απαρνιέμαι τον εφήμερο κόσμο, ενώ εσύ τον αιώνιο.»

– Πέρασε καιρός, σιγά σιγά άρχισα να ψυχανεμίζουμαι: Είχα πάει στο ‘Αγιον Όρος ζητώντας ό,τι σε όλη μου τη ζωή ζητούσα, ένα μεγάλο φίλο, ένα μεγάλο οχτρό, όχι του μπογιού μου, μεγαλύτερο από το μπόι μου, να μπούμε μαζί στον αγώνα. Όχι γυναίκα. Όχι ιδέα. Κάτι άλλο. Κάποιον άλλο. Αυτό έλειπε στην ψυχή μου. Αυτός της έλειπε, γι αυτό πλαντούσε.

– Αχ, να ‘ταν, συλλογιζόμουν, η καρδιά του ανθρώπου παντοδύναμη, να παλέψει με το Χάρο! Να ‘ταν σαν τη Μαρία τη Μαγδαληνή την πόρνη, ν’ αναστήσει τον αγαπημένο νεκρό!

– Ποτέ δεν έφυγα· πάντα προχωρώ, παρατώντας ό,τι αγάπησα, και ξεσκίζεται η καρδιά μου.

– Η κάθε στιγμή του Χριστού είναι αγώνας και νίκη. Νίκησε την ακαταμάχητη γοητεία της απλής ανθρώπινης χαράς, όλους τους πειρασμούς, μετουσίωνε ολοένα τη σάρκα σε πνέμα κι ανηφόριζε. Κάθε εμπόδιο στην πορεία του γίνουνταν αφορμή κι ορόσημο νίκης· έχουμε πια ένα πρότυπο μπροστά μας που μας ανοίγει το δρόμο και μας δίνει κουράγιο.

– Το λέω, το ξαναλέω: όποιος ξεριζώνει το ένστιχτό του ξεριζώνει τη δύναμή του’ γιατί με τον καιρό, με το χορτασμό, με την άσκηση μπορεί η σκοτεινή αυτή ύλη να γίνει πνέμα.

Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης’ θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως εκατάντησε, μήτε στο Χριστό, όπως τον κατάντησαν. Α! φώναζα αγαναχτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλάβους, τους κιοτήδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη ετούτη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβραίικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα στην επίγεια ζωή κι εισπράττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη! Τί απλοϊκότητα, τί πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να ‘ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση. Ντροπή πια να μεθούμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου. Πόσα χρόνια και δεν το ‘χα καταλάβει, κι έπρεπε να ‘ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια!

Υψώστε το νου σας απάνω από την πεθυμιά και την ελπίδα -και τότε, και ζωντανοί ακόμα, μπορείτε να μπείτε στη μακαριότη της ανυπαρξίας. Και με το μπράτσο σας θα σταματήσετε τον τροχό των γεννήσεων.

– Τι φοβερό να μην το ξέρουμε’ αν το ξέραμε, θα καμαρώναμε την ψυχή του ανθρώπου’ γης κι ουρανού, τίποτα δεν υπάρχει τόσο να μοιάζει με το Θεό όσο η ψυχή του ανθρώπου.

Τί αλάφρωση όταν η σάρκα δεν περιπλεχτεί με ψυχικές έγνοιες παρά απομένει απάνω στη γης, αγνή, αμόλευτη, σαν το ζώο! Ο χριστιανισμός, στιγματίζοντας ως αμαρτία την ένωση αντρός και γυναικός, τη μόλεψε, κι ενώ πρωτύτερα ήταν άγια πράξη, χαρούμενη υποταγή στο θέλημα του Θεού, κατάντησε στην περίτρομη ψυχή του χριστιανού αμαρτία. Ένα μήλο κόκκινο ήταν πριν από το Χριστό ο έρωτας’ ήρθε ο Χριστός, κι ένα σκουλήκι μπήκε μέσα στο μήλο και το τρώει.

– Περιφρονούσε κάθε υπερφυσικό σ’ ένα μονάχα είχε εμπιστοσύνη: στο νου του ανθρώπου. Αυτός ήταν που στέκουνταν στην πόρτα της καρδιάς μου και δεν άφηνε το θάμα να μπεί.

– Στην καλοσύνη και τη σπλαχνιά υπάρχουν δύο : αυτός που υποφέρει κι αυτός που σπλαχνίζεται εκείνον που υποφέρει· στη «Μετα» όμως υπάρχει απόλυτη ταυτότητα : βλέποντας ένα λεπρό, νιώθω πως εγώ είμαι ο λεπρός. Ο μουσουλμάνος μυστικός του 9ου αιώνα, ο Σαρίαλ-Σακαδί, το διατύπωσε άρτια: «Τότε μονάχα δυο αγαπιούνται τέλεια, όταν ο ένας φωνάζει τον άλλο: ω εγώ μου!»

– Ξέρεις την ανατολίτικη παροιμία: «Όποιος καβαλικέψει τίγρη, δεν μπορεί πια να πεζέψει»; Τίγρη καβαλίκεψες, εμένα, δε σε αφήνω πια να πεζέψεις!

– Στην αρχή με κυρίεψε θλίψη και συμπόνια, κι ύστερα θυμός κι ύστερα η πικρή βεβαιότητα πως είμαι υπεύθυνος’ πως έχει δίκιο η φλεγόμενη Οβραία, εγώ φταίω! Γιατί δε σηκώνουμαι να φωνάξω, γιατί βλέπω, πονώ, μα ευτύς ξεχνώ’ γιατί πέφτω το βράδυ και κοιμούμαι σε ζεστό κρεββάτι και δε συλλογιέμαι τους αστέγους.

– Ένιωσα κι εγώ τη μικρή καρδιά μου σαν την απέραντη Ρουσία να φωνάζει. Ορκίστηκα να πάρει πια ενότητα η ζωή μου, να λυτρωθώ από τις χίλιες σκλαβιές, να νικήσω το φόβο και την ψευτιά, να βοηθήσω και τους άλλους να λυτρωθούν από το φόβο και την ψευτιά. Να μην ανέχουμαι πια τους ανθρώπους ν’ αδικούν, να δώσουμε σε όλα τα παιδιά της γης καθαρό αέρα, παιχνιδάκια και γράμματα, να δώσουμε στη γυναίκα ελευτερία και γλύκα, καλοσύνη και ευγένεια στον άντρα’ κι ένα σπειρί σιτάρι στη σουσουράδα την καρδιά του ανθρώπου.

– Όλη η Γης είναι μια Πομπηία λίγη ώρα πριν από την έκρηξη. Τι χρησιμεύει μια τέτοια γης, με τις αδιάντροπες γυναίκες, με τους άπιστους άντρες, με τις ατιμίες, τις αδικίες και τις αρρώστιες; Γιατί να ζούνε όλοι ετούτοι οι έξυπνοι έμποροι, οι ανθρωποφάγοι σακαράκες, οι μεταπράτες παπάδες, οι μαστροποί κι οι σακάτηδες; Γιατί να μεγαλώσουν όλα ετούτα τα παιδιά και να καθίσουν κι αυτά στη θέση που κάθουνται οι γονέοι τους, στις ταβέρνες, στις φάμπρικες, στα πορνεία; Όλη ετούτη η ύλη εμποδάει το πνέμα να περάσει. Ό,τι πνέμα είχε το ξόδεψε δημιουργωντας ένα λαμπρό πολιτισμό —ιδέες, θρησκείες, τέχνη και τέχνες, επιστήμη, πράξη. Τώρα ξεθυμανε’ ας έρθουν οι βάρβαροι να καθαρίσουν το φραμένο δρόμο, ν’ ανοίξουν καινούρια κοίτη στο πνέμα.

– Πολεμώ ν’ αγκαλιάσω, όσο μπορώ, ολάκερο τον κύκλο της ανθρώπινης ενέργειας και να μαντέψω τον άνεμο που σπρώχνει όλα ετούτα τα κύματα των ανθρώπων προς τ’ απάνω· σκύβω στο μικρό αδιόρατο τόξο του απέραντου κύκλου, στην εποχή όπου ζω, και μάχουμαι να δω καθαρά το σύγχρονο χρέος· έτσι ίσως μονάχα ο άνθρωπος μπορεί μέσα στην εφήμερη στιγμή της ζωής του να εκτελέσει κάτι αθάνατο, γιατί συνεργάζεται μ’ έναν αθάνατο ρυθμό.

– …ο Αγωνιζόμενος δεν ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο, ενδιαφέρεται για τη φλόγα που καίει τον άνθρωπο· μια κόκκινη γραμμή είναι η πορεία του και διατρυπάει, σαν κομπολόι κρανία, τους ανθρώπους. Ακολουθώ την κόκκινη αυτή γραμμή, αυτή μονάχα μ’ ενδιαφέρει στον κόσμο, κι ας νιώθω να περνάει κι από το δικό μου το κρανίο, τρυπώντας το και συντρίβοντάς το’ δέχουμαι με λεύτερη βούληση την ανάγκη.

– Πάει πια! έκαμε· δε δέχτηκες ευτύς, δε με άρπαξες απο τα μαλλιά, ζύγιασες τις ζημιές και τα κέρδη, πάει πια! Και να δεχτείς τώρα, εγώ δε δέχουμε.

– …και σιγά σιγα άρχισα να καταλαβαίνω πως μεγάλη σημασία δεν έχει τι πρόβλημα σε τυραννάει -μικρό ή μεγάλο- σημασία έχει μονάχα να τυραννιέσαι’ να βρεις αφορμή να τυραννιέσαι. Δηλαδή να γυμνάζεις το νου σου, να μη σε αποβλακώνει η βεβαιότητα, να βρίσκεις μπροστά σου μια πόρτα κλειστή και να μάχεσαι να την ανοίξεις.

– Γιατί, πιστεύοντας με πάθος κάτι που δεν υπάρχει ακόμα, το δημιουργούμε’ ανύπαρκτο είναι ό,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά, ότι δεν ποτίσαμε αρκετά με το αίμα μας, για να μπορέσει να πάρει ανάκαρα να δρασκελίσει το σκοτεινό κατώφλι της ανυπαρξίας.

– Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.

Η επαφή με τους ανθρώπους μ’ ενοχλούσε, ελάττωνε τη δύναμή μου και την αγάπη‘ μονάχα όταν ήμουν μόνος και συλλογίζουμουν τη μοίρα του ανθρώπου, η καρδιά μου ξεχείλιζε συμπόνια κι ελπίδες.

Ένας σπόρος είχε γίνει, ένα σκληρό σπειρί σιτάρι, κι ένιωθε θαρρείς μέσα του φυλακωμένα να κιντυνεύουν τ’ αστάχυα και το ψωμί και μάχουνται απελπισμένα να μη χαθεί για να μη χαθούνε.

Ο άνθρωπος βιάζεται, ο Θεός δε βιάζεται, γι’ αυτό και τα έργα του ανθρώπου είναι αβέβαια και μισερά και του Θεού αψεγάδιαστα και σίγουρα.

– Δε γεννήθηκα αγνός’ μάχουμαι να γίνω. Η αρετή για μένα δεν είναι καρπός της φύσης μου, είναι καρπός του αγώνα μου· δε μου την έδωκε ο Θεός, μοχτώ να την καταχτήσω με το σπαθί μου’ το άνθος της αρετής για μένα είναι σωρός μετουσιωμένη κοπριά.

– Νίκησα; Νικήθηκα; τούτο μονάχα ξέρω: είμαι γεμάτος πληγές και στέκουμαι όρθιος.

Αχ, τι ‘ναι ετούτο το καλό και δεν μπορώ
ν’ ανασκωθώ απ’ τη γλύκα την πολλή του αγέρα!
Σήκω, καρδιά, και χτύπα τη τη γης ν’ ανοίξει!
Σκιρτούν οι χωματένιες πλάτες μου ως φτερούγες,
μα αχ! το κορμί βαρύ κι αργεί να ξημερώσει!
Μη βιάζεσαι, ψυχή μου, ως να ντυθώ, να φύγω’
να, ως νύφη ντύνουμαι, στολίζουμαι και βάφω
τις φούχτες, τις πατούσες με κινά, τα μάτια
με αριό σουρμά και κλειώ με μιαν ελιά τα φρύδια.
Τι ως έρωτας της γης χτυπάει απαλά το αστήθι μου
ο μέγας ουρανός και δέχουμαι σκυμμένη
με θρήνο, με χαρά, σαν άνθρωπο το Λόγο.
Κί απ’το ανθισμένο πια σαν φτάσω μονοπάτι
στο μνήμα σου το αγαπημένο, ως τη γυναίκα
που την παράτησε ο καλός της θ’ αγακαλιάσω
τ’αχνά σου γόνατα, Χριστέ, να μη μου φύγεις…
Και θα μιλώ και θα κρατώ τα γόνατά σου…
Κι αν όλοι σε αρνηθούν, Χριστέ, δε θα πεθάνεις’
γιατί το αθάνατο νερό κρατώ στον κόρφο
και σε κερνώ κι ανηφορίζεις πάλι απάνω
στη γης και περπατάς μαζί μου στα χωράφια·
και θα λαλώ σαν το πουλί που ερωτεμένο
σε κλωνιά μυγδαλιάς καθίζει μέσ’ στα χιόνια
κι αλλοπαρμένο τραγουδάει, με το ραμφί του
ψηλά στον ουρανόν, όσο ν ανθίσει ο κλώνος!

by SearchingΤheMeaningOfLife


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Amaranto

Le cose furiose e lievi tremano l'anima

Elisa Falciori

attimi imperfetti

Gioia per i libri

Segnalazioni - Recensioni - Poesie - Aforismi

🆂🅼🅰🆁🆃🅿🅷🅾🅽🅴🅶🆁🅴🅴🅲🅴

smartphones greece android ios news tech science

massimousai629366728.wordpress.com/

Traveller. Storyteller and Photographer

The girl with camera 📸

Camera, Click, Capture

Vief

50-plus contentement

hallyureviews

Your Place For Reviews And Discussions

100 Word Anime

Karandi reviews and discusses anime.

Αρέσει σε %d bloggers: