«Τούτο ήταν το στοιχείο το κοινό στο όνειρο και στο εκλεκτό έργο τέχνης: το μυστήριο.»~Έρμαν Έσσε

Αξιοσημείωτα από το βιβλίο «Νάρκισσος και Χρυσόστομος» του Έρμαν Έσσε

– Γι’ αυτόν όλα ήταν πνεύμα, ακόμα και η αγάπη ∙ δεν του είχε δοθεί η δυνατότητα να ενδώσει απερίσκεπτα σε κάποια έλξη.

– Και τώρα, η μοίρα του πρόσφερε τη σωτηρία, τώρα, στην πιο επείγουσα ανάγκη, ερχόταν αυτή η φιλία και πρόσφερε στον πόθο του έναν ανθισμένο κήπο και στο σεβασμό του μία άγια τράπεζα. Εδώ του επιτρεπόταν να αγαπήσει, του επιτρεπόταν να αφοσιωθεί χωρίς να αμαρτήσει, να χαρίσει την καρδιά του σ’ ένα πιο μεγάλο, πιο έξυπνο φίλο, τον όποιον θαύμαζε, να μετατρέψει και να πνευματικοποιήσει τις επικίνδυνες φλόγες των αισθήσεων σε μια αγνή φωτιά θυσίας.

– … έβλεπε αυτή τη φύση θωρακισμένη σ’ ένα σκληρό φλοιό από φαντασίες, λάθη στη διαπαιδαγώγηση, πατρικές συμβουλές και, εδώ και πολύ καιρό, προαισθανόταν όλο το απλό μυστικό ετούτης της νεανικής ζωής. Το δικό του καθήκον ήταν φανερό: έπρεπε να αποκαλύψει στον κομιστή το ίδιο το μυστικό του, να τον ελευθερώσει από το φλοιό και να του δώσει πίσω τη δική του φύση. Αυτό θα ήταν δύσκολο, αλλά το πιο δυσβάσταχτο ήταν ότι ίσως θα έχανε στην όλη διαδικασία τον φίλο.

– Ο ένας έβλεπε, ο άλλος τυφλός, έτσι πορεύονταν δίπλα δίπλα ∙ το ότι ο τυφλός δεν γνώριζε την κατάστασή του, ήταν μόνο για τον ίδιο ανακούφιση.

Νηφάλιο ονομάζω αυτόν που γνωρίζει με το νου και τη συνείδηση στον εαυτό του, τις πιο εσωτερικές και παράλογες δυνάμεις του, τις ορμές και τις αδυναμίες του και αυτόν που ξέρει να τις υπολογίσει. …το πνεύμα και η φύση η συνειδητότητα και ο κόσμος του ονείρου βρίσκονται πολύ μακριά το ένα από το άλλο. Έχεις ξεχάσει τα παιδικά σου χρόνια, ενώ αυτά επιδιώκουν τη φιλία σου από τα βάθη της ψυχής σου. Θα σε κάνουν να υποφέρεις μέχρι τότε που θα αποφασίσεις να τα ακούσεις.

– Οι φύσεις του δικού σου τύπου με τις δυνατές και ευαίσθητες αισθήσεις, οι εμπνευσμένοι, οι ονειροπόλοι, οι ποιητές, αυτοί που αγαπάνε, είναι σχεδόν πάντα ανώτεροι από εμάς τους ανθρώπους του πνεύματος. Η δική σας προέλευση είναι μητρική. Εσείς ζείτε την πληρότητα, σε σας έχει δοθεί η δύναμη της αγάπης και η ικανότητα να βιώνετε καταστάσεις. Εμείς οι εγκεφαλικοί δε ζούμε σε πληρότητα, ζούμε σε ξηρασία, παρόλο που συχνά φαίνεται να καθοδηγούμε και να κυβερνούμε εσάς τους άλλους. Σε σας ανήκει το πλήρες της ζωής, σε σας ο χυμός των φρούτων, σε σας ο κήπος της αγάπης, η όμορφη χώρα της τέχνης. Η δική σας πατρίδα είναι η γη, η δική μας η ιδέα. Ο δικός σας κίνδυνος είναι πνιγείτε στον κόσμο των αισθήσεων, ο δικός μας να πάθουμε ασφυξία σ’ ένα χώρο χωρίς αέρα. Εσύ είσαι ο καλλιτέχνης, εγώ ο στοχαστής. Εσύ κοιμάσαι στο στήθος της μητέρας, εγώ ξαγρυπνώ στην έρημο. Για μένα λάμπει ο ήλιος, για σένα το φεγγάρι και τα άστρα, εσύ ονειρεύεσαι κορίτσια, εγώ αγόρια…

Μητέρα δεν σημαίνει μόνο καθετί το ιδανικά ωραίο, δεν ήταν μόνο το γλυκό γαλάζιο βλέμμα αγάπης, το χαριτωμένο χαμόγελο που υποσχόταν ευτυχία, η χαϊδευτική παρηγοριά. Κάπου, κάτω από το χαριτωμένο περίβλημα έκρυβε επίσης κάθε τρομακτικό και σκοτεινό, κάθε βουλιμία, κάθε φόβο, κάθε αμαρτία, κάθε θρήνο, κάθε γέννηση και κάθε θάνατο.

– «Πιστεύω», είπε κάποτε, «ότι το φύλλο ενός λουλουδιού ή ένα μικρό σκουλήκι στο δρόμο λέει και περικλείει πολύ περισσότερα από ό,τι όλα τα βιβλία ολόκληρης της βιβλιοθήκης.

– …ξύπνησες και κατάλαβες τώρα τη διαφορά μεταξύ μας, τη διαφορά μεταξύ μητρικής και πατρικής προέλευσης, μεταξύ ψυχής και πνεύματος.

– Μου δημιούργησες δυσκολίες, αλλά εγώ δεν είμαι εχθρός των δυσκολιών. Διδάχτηκα από αυτές και τις ξεπέρασα μερικώς.

– Περίμενε, στεκόταν κάτω από την σκεπή του μοναστηριού σαν αναποφάσιστος οδοιπόρος, που κοντοστέκεται κάτω από οποιαδήποτε σκεπή ή οποιοδήποτε δένδρο, μόνο για να περιμένει, μόνο σαν φιλοξενούμενος, μόνο από φόβο προς την αφιλόξενη ξενιτειά.

Πραγματικό και ζωντανό δεν ήταν πια τίποτε άλλο εκτός από τη ζωή μέσα του, το περίφοβο χτύπημα της καρδιάς, το οδυνηρό αγκάθι της λαχτάρας, η χαρά και οι φόβοι των ονείρων του.

– Αλλά δες: το να αγαπάς μια γυναίκα, το να παραδίνεσαι, το να την περιβάλλεις ολότελα και να αισθάνεσαι ότι κι εκείνη σε περιβάλλει, δεν είναι το ίδιο με αυτό που εσύ αποκαλείς «να είσαι ερωτευμένος» και που ειρωνεύεσαι. Τούτο δεν πρέπει κανείς να το ειρωνεύεται. Είναι για μένα ο δρόμος προς τη ζωή, ο δρόμος προς το νόημα της ζωής. –Αχ!

– Κάνω κάτι σαν αδικία, γίνομαι κακό κορίτσι, ντροπιάζω όλη την οικογένεια. Αλλά κάπου στην ψυχή μου είμαι ακόμα περήφανη, εκεί δεν επιτρέπεται να μπει κανείς.

Ίσως άξιζε λοιπόν τον κόπο να θέτει κανείς τη ζωή του ολόκληρη στην υπηρεσία της τέχνης, εις βάρος της ελευθερίας, εις βάρος των μεγάλων βιωμάτων, μόνο για να φιλοτεχνήσει κάποτε κάτι τόσο τέλειο, κάτι που όχι μόνο το έζησε, το είδε, το συνέλαβε με αγάπη, αλλά και κάτι που θα το έφτιαχνε κανείς μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια με σίγουρη δεξιοτεχνία; Τούτο ήταν ένα μεγάλο ερώτημα.

– Μυρίζοντας ένα λουλούδι ή παίζοντας με μια γάτα τον ξανακυρίευε το παιδικό συναίσθημα της αρμονίας με τη ζωή και τώρα το συναίσθημα θα ξαναερχόταν, αύριο ή μεθαύριο και ο κόσμος θα ήταν πάλι καλός και εξαιρετικός. Θα ήταν καλός μέχρι που θα ξαναερχόταν, το άλλο συναίσθημα, η θλίψη, η βαθιά σκέψη, η απελπισμένη αγάπη για τα ψάρια τα οποία πεθαίνανε, για τα λουλούδια τα οποία μαραίνονταν, ο τρόμος για την αισθητή γουρουνίσια ζωή και το χάζεμα και την ανικανότητα των ανθρώπων να δουν το οτιδήποτε.

– Αχ, μάλλον είχαν όλα χαθεί και διαλυθεί. Έτσι συνέβαινε πάντα και όλα άνθιζαν γρήγορα και μαραίνονταν γρήγορα, μετά τα σκέπαζε το χιόνι.

– Γνωρίζω αρκετά καλά, το πως νιώθει κανείς όταν έχει τελειώσει ένα έργο το οποίο του ήταν σημαντικό, γνωρίζω τούτο το κενό. Θα περάσει, πίστεψέ με.»

– …ποτέ δεν μπορούσες να διακρίνεις τι ακριβώς ήταν, πάντα όμως ήταν μαγευτικά ωραία τούτη η αμυδρή λάμψη των βουλιαγμένων στον υγρό μαύρο βυθό θησαυρών από χρυσάφι. Έτσι σαν αυτό το μικρό μυστικό του νερού, έτσι ήταν όλα τα αληθινά μυστικά όλες οι πραγματικές γνήσιες εικόνες της ψυχής: δεν είχαν περίγραμμα, δεν είχαν μορφή, άφηναν μόνο να τις υποπτεύεσαι σαν μια ωραίο μακρινή δυνατότητα, ήταν καλυμμένες με πέπλο και πολυσήμαντες.

– Γιατί εάν η ομορφιά εκείνων των ακατανόμαστων αντικειμένων ήταν ολότελα χωρίς οποιαδήποτε μορφή και αποτελούνταν μόνο από μυστήριο, στα έργα τέχνης συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο: ήταν πέρα για πέρα μορφή, μιλούσαν εντελώς καθαρά. Τίποτα δεν ήταν πιο αμίλητα σαφές από την γραμμή ενός ζωγραφισμένου ή σε ξύλο σμιλευμένου κεφαλιού ή στόματος.

– Τούτο ήταν το στοιχείο το κοινό στο όνειρο και στο εκλεκτό έργο τέχνης: το μυστήριο.

– Ίσως θα γινόταν αυτή η μητέρα κάποτε μια για όλους ορατή εικόνα, έργο των χεριών του. Ίσως εκεί βρισκόταν ο σκοπός του, το νόημα της ζωής του. Ίσως, δεν το ήξερε. Ένα όμως ήξερε: ήταν καλό, ήταν ζωτικό να ακολουθεί την μητέρα, να είναι καθ’ οδόν προς εκείνη, να την αισθάνεται να τον τραβάει, να τον φωνάζει.

– Ω, το χρυσάφι στο μάτι ενός κυπρίνου και το γλυκό λεπτό ασημένιο χνούδι στην άκρη του φτερού μιας πεταλούδας ήταν άπειρα πιο ωραίο, πιο ζωντανό πιο εξαίσιο από μια ολόκληρη αίθουσα γεμάτη από εκείνα τα έργα τέχνης.

– Εδώ στην πόλη, στους βολεμένους όλα ήταν τόσο εύκολα και στοίχιζαν τόσο λίγο, ακόμα και ο έρωτας. Τα βαρέθηκε, ξαφνικά έφτυνε επάνω σ’ όλα. Τούτη η ζωή εδώ είχε χάσει το νόημά της, ήταν σαν κόκαλο χωρίς μεδούλι.

– Τί θα ήταν η σωφροσύνη και η νηφαλιότητα χωρίς την γνώση της μέθης, τι θα ήταν η επιθυμία των αισθήσεων, αν ο θάνατος δεν στεκόταν πίσω της, τί θα ήταν ο έρωτας χωρίς την παντοτινή θανάσιμη εχθρότητα των δυο φύλλων;

– Σε κάθε όνειρο όμως και σε κάθε γεμάτη στοχασμό ανάπαυση με το βλέμμα πάνω από τις κοιλάδες που ανθίζανε και μαραινότανε ήταν όλος έκπληξη, ήταν καλλιτέχνης, βασανιζότανε από τη λαχτάρα να εξορκίσει την ωραία ανοησία της ζωής με το πνεύμα και να τη μεταβάλλει σε νόημα.

– Οι άνθρωποι χωρίς πατρίδα κάνουν μια παιδική και θαρραλέα, φτωχική και δυναμική ζωή, χωρίς να υπακούν κανέναν, εξαρτημένοι μόνο από το κεφάλι τους, ανοιχτοί σε κάθε σύμπτωση.

– Ναι, δίχως άλλο θα γέρναγε και θα κουραζόταν και τούτος ο πόνος και τούτη η πικρή απελπισία και αυτά θα τα ξέχναγε. Τίποτε δεν είχε διάρκεια, ούτε ακόμα η δυστυχία.

Ή ζούσες και άφηνες τις αισθήσεις σου να παίζουν και να χορταίνουν στο στήθος της πανάρχαιας Μητέρας – Εύας – αυτό παρείχε βεβαίως αρκετή ηδονή, όχι όμως και προστασία από την παροδικότητα ∙ τότε ήσουν σαν ένα μανιτάρι στο δάσος που λάμπει σήμερα από χρώματα και έχει αύριο σαπίσει. Ή αντιστέκεσαι και κλείνεσαι σ’ ένα εργαστήρι, τότε υπηρετούσες βέβαια την αθανασία, αλλά μαραινόσουν και έχανες την ελευθερία και τη χαρά της ζωής.

– Είχε κανείς την εντύπωση ότι κάθε ύπαρξη βασιζόταν στη δυάδα, στις αντιθέσεις ήσουν ή γυναίκα ή άνδρας, ή περιπλανώμενος ή μικροαστός, ή εγκεφαλικός ή αισθησιακός – πουθενά δεν βιωνόταν συγχρόνως η εισπνοή με την εκπνοή, η γυναικεία υπόσταση με την ανδρική, ελευθερία και τάξη, ορμές και πνεύμα, πάντα έπρεπε να πληρώσεις το ένα με την απώλεια του άλλου και πάντα έπρεπε να πληρώνεις ήταν το ένα τόσο σημαντικό και ποθητό όπως και το άλλο!

Ο στοχασμός δεν έχει την παραμικρή σχέση με τις παραστάσεις. Δεν διαδραματίζεται με εικόνες, αλλά με έννοιες και με τύπους. Ακριβώς εκεί που σταματούνε οι εικόνες, αρχίζει η φιλοσοφία.

– Οι μυστικιστές είναι, για να το πούμε έτσι, σύντομα και χοντρά, εκείνοι οι στοχαστές που δεν μπορούν να ελευθερωθούν από τις εσωτερικές οπτικές παραστάσεις, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι καθόλου στοχαστές. Είναι κρυφοί καλλιτέχνες: ποιητές χωρίς στίχους, ζωγράφοι χωρίς πινέλα, μουσικοί χωρίς ήχους. Ανάμεσά τους βρίσκονται προικισμένα και εκλεκτά πνεύματα αλλά όλοι τους είναι, χωρίς εξαίρεση, δυστυχισμένοι άνθρωποι.

– Γιατί ο άνθρωπος που προσπαθεί να πραγματώσει τον εαυτό του με μέσα που του έχουν δοθεί από τη φύση, κάνει το πιο ψηλό και το μόνο ουσιαστικό που είναι σε θέση να κάνει.

– Εκεί όμως που κάνουμε το βήμα από το ενεργειακό δυναμικό στην πράξη, από τη δυνατότητα στην πραγματοποίηση, συμμετέχουμε στο αληθινό Είναι, γινόμαστε ένα βαθμό πιο όμοιοι με το τέλειο, με το Θείο. Αυτό σημαίνει: αυτοπραγμάτωση.

– Σκεφτόμουν κάπως έτσι: αφού ο άνθρωπος είναι ένα αμφίβολο μείγμα από πνεύμα και ύλη, αφού το πνεύμα του δίνει τη δυνατότητα να δει το αιώνιο σε αντίθεση με την ύλη που τον τραβάει κάτω και τον δένει με το παροδικό, θα έπρεπε ο άνθρωπος να προσπαθήσει να απομακρυνθεί από τις αισθήσεις και να πάει προς το πνευματικό για να ανυψώσει τη ζωή του και να της δώσει ένα νόημα. Πρέσβευα από συνήθεια μεν, ότι εκτιμούσα την τέχνη, αλλά το έκανα πιο πολύ από αλαζονεία και την κοιτούσα από ψηλά. Τώρα μόνο βλέπω πόσοι δρόμοι οδηγούν στη γνώση και ότι ο δρόμος του πνεύματος δεν είναι ο μόνος και ίσως όχι ο καλύτερος. Είναι ο δικός μου δρόμος φυσικά: θα παραμείνω σ’ αυτόν. Αλλά σε βλέπω στον αντίθετο δρόμο, στο δρόμο που περνάει από τις αισθήσεις και που είναι σε θέση να συλλαμβάνει το μυστικό του. Είναι εξίσου βαθιά και να το εκφράσει πιο ζωντανά από ότι μπορούν να το κάνουν οι περισσότεροι στοχαστές.

– Και κατόπι είχε παρουσιάσει σε πλήρη ηρεμία τα έργα, τα οποία είχαν γεννηθεί από τη θύελλα και τον πόνο της μαστιγωμένης του ζωής: χωρίς λόγια, χωρίς διδαχή, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς προειδοποιήσεις, γεμάτα όμως γνήσια ανώτερη ζωή. Πόσο συγκριτικά φτωχός ήταν ο ίδιος με τις γνώσεις, τη μοναστηριακή του πειθαρχία και τη διαλεκτική του!

– …ένας άνθρωπος με υψηλό προορισμό μπορούσε να βουτάει πολύ βαθιά στην αιματηρή και μεθυστική ανακατοσούρα της ζωής και να λερωθεί με πολύ αίμα και σκόνη, χωρίς να σκοτώσει μέσα του το θεϊκό, οτι μπορεί να περιπλανιέται στα βαθιά σκοτάδια, χωρίς να σβήνει στο ιερό της ψυχής του το θεϊκό φως και η δύναμη της δημιουργίας.

– Ήταν η ιστορία ενός περιπλανώμενου, ενός ανθρώπου οδηγούμενου από τα ένστικτα, ενός ανθρώπου χωρίς πατρίδα ενός ανθρώπου που δεν μπορούσε να μένει πιστός. Αλλά ό,τι είχε απομείνει εδώ ήταν καλό και πιστό, γεμάτο από παλλόμενη αγάπη. Πόσο μυστήρια ήταν τούτη η ζωή, πόσο θολά και ορμητικά τρέχαν τα ρεύματά της και πόσο ευγενικά και καθαρά παρουσιαζόταν τα αποτελέσματα!

– Κι αν μολαταύτα ξέρω τι είναι αγάπη, αυτό το οφείλω σε σένα. Εσένα μπόρεσα να αγαπήσω, μόνο εσένα ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους. Δεν μπορείς να φανταστείς τι σημαίνει αυτό. Αυτό σημαίνει ό,τι και η πηγή στην έρημο, το ανθισμένο δέντρο στην ερημιά. Σε σένα μόνο οφείλω το ότι η καρδιά μου δεν μαράθηκε, το ότι μέσα μου έμεινε ένα σημείο το οποίο μπορεί να αγγίξει η χάρη.

– Ελπίζω ότι ο θάνατος θα αποτελέσει μια μεγάλη ευτυχία, μια ευτυχία τόσο μεγάλη όπως η πρώτη ερωτική απόλαυση. Δεν μπορώ να εγκαταλείψω την σκέψη ότι αντί για τον θάνατο με το δρεπάνι θα είναι η μητέρα μου εκείνη που θα με πάρει πάλι πίσω και θα με οδηγήσει στην ανυπαρξία και στην αγνότητα.

– Χωρίς μητέρα δεν μπορεί ν’ αγαπήσει κανείς. Χωρίς μητέρα δεν μπορεί να πεθάνει κανείς.

by SearchingTheMeaningOfLife


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

dezedusblog

See also http://dezedusone.wordpress.com/

Geert Meuwes Photography

Reflectie van de essentie

In de stilte

berichten en brieven, notities, teksten en radio-werk, tekens van leven en sterven, aanwezigheid en afwezigheid, labo en latrine, liefde en leed.

Kari Jeppesen

A woman speaks... camera scripta, camera picta... a room...

Moodphoto

my photography blog (with thoughts of life)

rudieckerleblog

RUDI ECKERLE ART & DESIGN - MODERNE KUNST / ABSTRAKTE MALEREI

Viaggiando con Bea

E' bello raccontarvi dei miei viaggi e dei miei esperimenti tra i fornelli

Αρέσει σε %d bloggers: