ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

e45b1-thereleasingofsorrows_large

ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Γράφει η Βίβιαν Ευθυμιοπούλου Dr Αρχαιολογίας
Γύρω στο τέλος του τρίτου προ Χριστού αιώνα, στην Κύναιθα της ορεινής Αρκαδίας η εγκληματική δραστηριότης δεν είναι πλέον προνόμιο των λίγων αποδιοπομπαίων εξαιρέσεων. Πρώην ευυπόληπτοι πολίτες μεταμορφώνονται σε αχόρταγους ληστές, χωρίς καν να μπουν στον κόπο να τηρήσουν τα προσχήματα, οι βιασμοί ανηλίκων και γυναικών είναι καθημερινοί και τίποτε δεν εμποδίζει τους κατέχοντες ευκαιριακά την εξουσία να δολοφονήσουν εν ψυχρώ τους αντίπαλους τους αφού δημεύσουν τις περιουσίες τους. Οι υπόλοιπες πόλεις του αρκαδικού κοινού έχουν γεμίσει από φυγάδες Κυναιθείς. Προσπαθούν να γλυτώσουν από τις συνοπτικές διαδικασίες μιας παραφοράς που όσο πιο ανεξέλεγκτη είναι τόσο πιο αναιτιολόγητη μοιάζει.

Καμία στρατηγική ή πολιτική σκοπιμότης δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο. Μακριά από τους μεγάλους δρόμους της ιστορίας, που πάντα δικαιολογούν τέτοιες παρεκτροπές, οι κάτοικοι της μικρής πολιτείας, εγκλωβισμένοι στα υψόμετρα της Αρκαδίας, έχουν γίνει έρμαια της κακοφορμισμένης βίας.

Η κατάσταση αυτή, όπως μας πληροφορεί ο Πολύβιος, τράβηξε για μιά δεκαετία περίπου, και η έκβαση της θυμίζει ομαδική αυτοκτονία.
Καμιά τρακοσαριά εξόριστοι Κυναιθείς συμφωνούν με αυτούς που τους εξόρισαν να επιστρέψουν στην πόλη. Κι από κει, παραβαίνοντας τους όρκους που έχουν δώσει, διαπραγματεύονται την παράδοση της Κύναιθας στον Δωρίμαχο, τον στρατηγό των Αιτωλών που την εποχή εκείνη λυμαίνονταν την Πελοπόννησο. Οι λεπτομέρειες, οι σκάλες που έστησαν πάνω στα τείχη για να διευκολύνουν την πρόσβαση, ο δόλος που χρησιμοποίησαν για να ανοίξουν την τελευταία στιγμή τις πύλες, δεν έχουν τόση σημασία.
Σημασία έχει ότι ο στρατηγός μόλις μπει στην πόλη, αφού σφάξει όσους του αντιστάθηκαν, θα καταδικάσει σε θάνατο κι αυτούς που τον βοήθησαν:
«των αδίκων έργων εν τούτ’ έπραξαν δικαιότατον», θα συμπεράνει ο ιστορικός για τους Αιτωλούς.
Όσοι καταφέρουν να γλιτώσουν θα περιφέρονται για μερικούς μήνες στις υπόλοιπες αρκαδικές πολιτείες ζητώντας άσυλο. Καμία δεν θα τους δεχθεί. Οι Μαντινείς μάλιστα, μετά το πέρασμα τους, θα κάνουν καθαρτήριες τελετές και θα περιφέρουν τα σφάγια κυκλικά γύρω από τα μέρη που είχαν πατήσει οι φυγάδες για να βεβαιωθούν ότι το μίασμα δεν θα μολύνει τις ψυχές τους. Τέσσερις αιώνες αργότερα ο Παυσανίας που θα περάσει από την Κύναιθα δεν θα βρει παρά μόνον μερικά ερείπια, τα τελευταία σιωπηλά ίχνη μιας πολιτείας που κάποτε υπήρξε μεγάλη.
Το συμπέρασμα του Πολύβιου που εντάσσει τα γεγονότα στα επεισόδια του λεγόμενου «Συμμαχικού Πολέμου» είναι κατηγορηματικό: Οι Κυναιθείς δίκαια έπαθαν ότι έπαθαν. Και η ερμηνεία με την οποίαν προσπαθεί να επουλώσει την τραυματική για όλους τους Αρκάδες εμπειρία — σ’ αυτήν λέγεται πως αναφέρονταν οι προφορικές παραδόσεις της περιοχής για πολλούς αιώνες — επειδή ακριβώς ακούγεται εκ πρώτης όψεως παράδοξα απλοϊκή, μοιάσει περισσότερο πειστική. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την τόσο ακραία συμπεριφορά αν δεν ανατρέξει σε πρωτογενείς χειρονομίες, αυτές που το οικοδόμημα του εκλεπτυσμένου λόγου παλεύει να θάψει κάτω απ’ τις πολύπλοκες περιστροφές του;
Οι Κυναιθείς εξαγριώθηκαν, αποθηριώθηκαν γιατί, για κάποιους λογούς αμέλησαν την πατροπαράδοτη μουσική παιδεία των Αρκάδων, λέει ο Πολύβιος. Και συνεχίζει: σ’ ένα τοπίο όπως αυτό της Αρκαδίας που είναι αυθάδες και τραχύ, ψυχρό και στυγνό, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να αντιμετωπισθεί η ακαμψία πού φέρνει στην ψυχή ο σκληρός και επίπονος βίος είναι η μουσική. Η έκφραση της αγριότητας πού σκορπίσανε τα γεγονότα της Κύναιθας σ’ όλο τον τόπο δεν ήταν τίποτε άλλο από την γκριμάτσα της ζωής που έχασε την μουσική της.
Έχασαν τον ρυθμό τους.
Ξέπεσαν, αποκτηνώθηκαν.
Λέγεται πως το «αρκαδικόν κοινόν», μία από τις πρώτες, αν όχι η πρώτη ομοσπονδία ελληνικών πόλεων πού εμφανίστηκε στην ιστορία, δεν στηρίχθηκε ούτε στην κοινή πολιτική οργάνωση όλων αυτών των πόλεων που, παρ’ ότι γειτονικές, παρέμεναν απομονωμένες η μία από την άλλη, ούτε στα οικονομικά συμφέροντα κι άλλα παρόμοια, αλλά στην καλλιέργεια του κοινού αισθήματος που κατέθετε στο μέσον της ζωής η μουσική.
Οι Αρκάδες δεν διακρίνονταν για τις ρητορικές τους επιδόσεις. Όταν συγκεντρώνονταν όλοι μαζί, οι άνθρωποι δεν μιλούσαν. Μαζεύονταν για να τραγουδήσουν και να παίξουν μουσική.
«Μουσικήν γαρ, την γε αληθώς μουσικήν, πάσι μεν ανθρώποις όφελος ασκείν, Αρκάσι δε και αναγκαίον», – λέει και πάλι ο Πολύβιος ο οποίος διακόπτει την αφήγηση των Ιστοριών του για να παρεμβάλει ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στις μουσικές επιδόσεις των Αρκάδων.
Από μικρά παιδιά μάθαιναν τους νόμους της τέχνης και τραγουδούσαν τους πατροπαράδοτους ύμνους και τους παιάνες για τους επιχώριους θεούς και ήρωες. Αργότερα από τους γεροντότερους διδάσκονταν τους σκοπούς του Φιλόξενου, ενός διθυραμβικού ποιητή που έζησε στην αυλή του Διονυσίου του Τυράννου, και τα τραγούδια του Τιμόθεου, αυτού που λέγεται πως πρόσθεσε την δέκατη και την ενδέκατη χορδή στην κιθάρα, το όργανο που υπηρέτησε με τόση δεξιοτεχνία σ’ όλη την διάρκεια του βίου του. Ως τα τριάντα τους οι νέοι συμμετείχαν κάθε χρόνο υποχρεωτικά χορεύοντας στις ετήσιες γιορτές, στον ρυθμό του διονυσιακού αυλού. Στα συμπόσια τους οι Αρκάδες, ποτέ δεν καλούσαν επαγγελματίες τραγουδιστές για να τους διασκεδάσουν. Πάντα εκτελούσαν τους γνώριμους σκοπούς οι ίδιοι.
Γι’ αυτούς ήταν μεγάλη ντροπή να ομολογήσουν πως δεν ξέρουν κάποιο από τα τραγούδια τους και τα άμουσα παιδία τους μπορεί να μην τα έριχναν στον Καιάδα, τα υπέβαλαν όμως σ’ ένα σωρό καθαρτήριες δοκιμασίες. Η σπουδαιότερη κι η πιο ακραία ήταν η λεγόμενη άσκηση της μοναξιάς, ή «κατά μόνας» όπως την αποκαλούσαν, προφέροντας αυτό το «μόνας» με κάποια ειρωνική έμφαση, σαν να ήθελαν να προκαλέσουν εξορκίζοντας τους τούς ανομολόγητους φόβους τους – τους ίδιους αυτούς φόβους που δούλεψαν για να βγει από το μυθολογικό εργαστήριο η τρομερή μορφή του Λυκάω-να, του ιδρυτή της πρώτης πόλης επί γης, που κάθε εννιά χρόνια μεταμορφωνότανε σε λύκο.
Η «κατά μόνας» εμπειρία την οποίαν πολλοί από τους κατοίκους της ενδοχώρας είχαν γευθεί στην τρυφερή ηλικία των έξι ετών, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της καθόδου στις πιο ενδόμυχες μονές της φαντασίας, στις περιοχές του νου όπου ο λόγος, έχοντας υπερβεί τα όρια του, αγγίζει τον πρωτογενή βόμβο μιας ύπαρξης αρχαϊκής, αυτής που αμετακίνητη ελλοχεύει και σήμερα ακόμη στο υπέδαφος της ζωής.
Πολύ απλά οι γονείς, υπό τους ήχους των αυλών, οδηγούσαν το παιδί τους σε κάποιο ερημικό σημείο και το εγκατέλειπαν εκεί μέχρι να τραγουδήσει, «ίνα άση», όπως συνήθιζαν να λένε παροιμειωδώς. Κατά προτίμηση η δοκιμασία ελάμβανε χώρα τις ημέρες του χειμερινού ηλιοστασίου όταν η θερμοκρασία κατεβαίνει κάτω από το μηδέν, οι χιονοπτώσεις είναι καθημερινές και το σκοτάδι της νύχτας υπονομεύει ακόμη και το παγωμένο φως της ημέρας. Δεν ξέρω αν αυτό γινότανε επειδή, στην διάρκεια αυτής της εποχής του χρόνου, το τοπίο της Αρκαδίας θυμίζει την γη των υπερβορείων, τόπο καταγωγής για πολλούς του ξανθού θεού της μουσικής, του Απόλλωνα. Το σίγουρο είναι ότι θεωρούσαν πως κάτι τέτοιες ώρες εκεί πέρα ακουγότανε το μουσικό υπόβαθρο του κόσμου, αυτό που ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει στα συστατικά της ψυχής του και μόνον τα πνευστά του Μεγάλου Πανός μπορούν να το αποδώσουν με κάποια σχετική ενάργεια, έστω κατά προσέγγιση.
Τί ήταν αυτό που οδηγούσε το ανυπότακτο αυτί των νεαρών Αρκάδων στους νόμους της μουσικής; Ήταν ο φόβος, η φυσική δοκιμασία, ή μήπως ο συνδυασμός και των δύο; Πάντως έλεγαν ότι το τραγούδι των «δοκιμασμένων» μπορούσες μετά να το ξεχωρίσεις από μακριά, ακόμη και στις μεγάλες χορωδίες των ετήσιων τελετών. Κουβαλούσε στους φθόγγους του τα χρώματα απ’ το σκοτάδι της μεγάλης νύχτας που το γέννησε, αυτό το μερίδιο της σιωπής που χρειάζεται κάθε μουσική για να μπορέσει να διεισδύσει χωρίς παρεκτροπές στα μόρια της ψυχής, και να ανακινήσει τα υλικά της, σαν την ρευστότητα της θάλασσας στο βάθος του ορίζοντα — αυτή η θάλασσα που κυκλοφορεί σαν υπονοούμενο στις πτυχές του τοπίου της Πελοποννήσου ακόμη κι όταν δεν την βλέπεις υπήρξε μιά άλλη έμμονη ιδέα των κατοίκων της ενδοχώρας.
Είναι εξάλλου, μάλλον βέβαιο ότι η κατά μόνας δοκιμασία θα πρέπει να ήταν αποτελεσματική. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς διατηρήθηκε ακόμη και σε εποχές που ο χριστιανισμός έχει θριαμβεύσει και αντιμετωπίζεται από πολλούς σύγχρονους ιστορικούς, μαζί με ορισμένες τελετές προς τιμήν της Αρτέμιδος, ως μία από τις τελευταίες εκδηλώσεις του παγανισμού στην Πελοπόννησο.
Σ’ έναν εκχριστιανισμένο Σλάβο ψάλτη των Μέσων αιώνων εξάλλου, χρωστάμε και την μόνη γραπτή μαρτυρία για το τί υπήρξε το «μουσικό υπόβαθρο του κόσμου» — διόλου περίεργο αν σκεφτεί κανείς ότι οι Αρκάδες, βοσκοί αιγοπροβάτων και μισθοφόροι πολεμιστές ως επί το πλείστον, ελάχιστα γραπτά μνημεία άφησαν πίσω τους. Αυτός λοιπόν σημειώνει ότι το μουσικό υπόβαθρο του κόσμου είναι ο συντεταγμένος συνδυασμός του συρίγματος της απολύτου σιωπής, του αισθήματος της ερημιάς και των δρόμων πού ακολουθεί ο νους όταν βρεθεί αντιμέτωπος με το θέαμα του έναστρου ουρανού. Γι’ αυτόν όλα αυτά τα στοιχεία δεν αντανακλούν παρά την μια αδιαίρετο και μοναδική θεότητα, αυτήν πού δεν μπορούσαν να ακούσουν οι Αρκάδες πίσω από τους φθόγγους της μουσικής τους, γιατί κανείς δεν τους είχε αποκαλύψει την ύπαρξη της. Στα λόγια του, είν’ η αλήθεια, διακρίνεται η ειρωνεία του χριστιανού απέναντι στην παγανιστική αφέλεια, μαζί με τον σεβασμό όμως του μουσικού που υποκλίνεται μπροστά στην προϊστορία της τέχνης του.
Βέβαια, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι ακόμη κι αν είχε αναπτυχθεί κάτι σαν αρκαδική λογοτεχνία – κάτι μάλλον αδιανόητο για ανθρώπους που προτιμούσαν να τραγουδούν αντί να μιλάνε — τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Η μουσική παραμένει πάντα η τέχνη που ανθίσταται περισσότερο στον εγκλωβισμό της σε λέξεις και στους γραμματικοσυντακτικούς κανόνες τους, ίσως γιατί οι νόμοι της έχουν να κάνουν με τον χρόνο και τις σιωπές, τα ίδια τα υλικά πού χρησιμοποιεί και η τέχνη της αφήγησης. Έναν πίνακα μπορείς να τον περιγράψεις, ένα μουσικό κομμάτι όμως είναι αδύνατον να το αφηγηθείς, εκτός κι αναφήνει την μουσική για το τέλος, διατυπώνοντας εκείνο το «μουσικήν ποίει και εργάζου» λίγες μόνον στιγμές πριν καταφύγεις σ’ εκείνες τις μεταφορές πού παλεύουν να μπαλώσουν σαν κέρινα ομοιώματα το κενό της αμηχανίας. Δεν είναι τυχαίο που ο Σωκράτης ενώ με τόση ευφράδεια στέκεται μπροστά σε έννοιες όπως η ελευθερία και το δίκαιο, απ’ τον θάνατο του, σαν να μην θέλει να αφήσει χρόνο στους μαθητές του για να του ζητήσουν εξηγήσεις.

Για το τέλος μένει η απορία: ποια να είναι άραγε αυτή η «αληθώς μουσική» στην οποίαν αναφέρεται ο Πολύβιος; Ελάχιστα πεισμένος από τις προσπάθειες αποκαταστάσεως της αρχαίας ελληνικής μουσικής πού μπορούν να ικανοποιήσουν μόνον ορισμένους συλλέκτες ιστοριοδίφες, αρκούμε στην νοσταλγία αυτών των ρυθμικών φθόγγων που χάθηκαν μαζί με τους ανθρώπους τους, όχι γιατί μπορώ να τους φανταστώ — ελάχιστα μελωδικούς, μονότονους και σκληρούς κατά προτίμηση — αλλά γιατί μπορώ να σκεφθώ την ύπαρξή τους.
Τί άλλο μπορεί να επιδιώξει μια μουσική που θέλει να είναι αληθινή, εκτός απ’ το να συμφιλιώσει τους ανθρώπους της με τον κόσμο τους; Κι αν κάτι με γοητεύει σε όλη αυτήν την ιστορία είναι η εικόνα αυτών των λιγομίλητων ανθρώπων που με τα σώματα ελαφρώς σκυφτά, αν και γεροδεμένα, με τα πρόσωπα σκαμμένα από τον ήλιο, αρχίζουν να τραγουδάνε ή να ξεφυσάνε με μανία τα πρωτόλεια όργανα τους, όχι για να προσθέσουν στην ζωή τους κάποια πολυτέλεια, αλλά για να αντιμετωπίσουν τον ίδιο τους τον εαυτό, το μερίδιο της αγριότητας που κουβαλούσαν μέσα τους.
Η μουσική ήταν το ένδυμα της ορφανής συνείδησης τους.

Γράφει η Βίβιαν Ευθυμιοπούλου Dr Αρχαιολογίας

Πηγή

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

UpChucking Words

Puking up Poetry, One Verse at a Time

Shobhna Wadhwa

Creating space in a busy life

Reema's Garden

Gardening Simplified!!

Poet Rummager

I sell collectibles and art online and often find the things I've found have hilarious and at times, dark stories to tell. It's thrilling for me to be creatively random, so always expect the unexpected in the things I share with you.

The Observation Post

mistermuse, half-poet and half-wit

LucyWilliams

Poetry And Photography

Pleasure & Sacrifice

Working Puzzles & Beating the Odds

Learn Fun Facts

An Archive of Curious Facts for the Curious

Vultureşti

Auf einmal ist alles relativ

CRAZY LIFE

I was born not knowing and have only little time to change that here and there

brushes and papers

my learning journey

A Mixed Bag

A poem ... A story ... A Photo ... Something Else

MELODIES PHYSICS

Akshay Kumar - SCIENCE ART MUSIC

Vocabulary in Chunks

Get Inspired | Watch | Listen | Learn

Logan Art Blog

visual art stuff

L i t e r a r y L i f e

-- Literature, Liturgy & Love of The Word --

Na trioblóidí

A Continuing Revolution

Doodlewash

Adventures in Watercolor Painting and Sketching, Watercolour Magazine, with Charlie O'Shields

"gohbyname" Go by nature

Systemic Practitioner @ Photo Enthusiast

Healthy Naturalist

Walks in your backyard, where ever you live.

George McNeill Photography

Photographers - Think Different

Atlas Tracer

Crossroads, exposures and travel's ideas!

S. K. Nicholas

A Journal for Damned Lovers

Mihran Kalaydjian's Official Blog

Trust your own instinct. Your mistakes might as well be your own, instead of someone else’s. Billy Wilder

Inexorable Spark

Discovering the Secrets of the Universe

Blase'

My heart, mind and soul...transcribed!

Orion Bright Star

" Love is the vibration of all Healing "

Fluidicthought

The enjoyment of Photography

Beyond the Precipice

Eva Blaskovic, Canadian Author and Educator. Website and Blog.

edwardwrightblog

Kenyan poet, African passion, Global view. _W_R_I_G_H_T_ POETRY. POETRY. POETRY.

Betcha Didn't Know!

Learn something new!

TOWER AND FLIGHTS

In The Beginning Man Tried Ascending To Heaven via The Tower Of Babel. Now He Tries To Elevate His Existence Using Hallucinogenic Drugs. And, Since The 20th Century, He Continually Voyages Into Outer Space Using Spacecrafts. Prayer Thru Christ Is The Only Way To Reach Heaven.

A Quiver Of Quotes

Quotes that set the mind aQuiver.

Reignite Twenties

Open your Mind and Reignite the Flames of Excitement & Discovery

Random stuffs

Just thinking...

Moosylicious

Here, There and Everywhere

JapanTrekker

Explore Japan!

a girl and her camera

just taking pictures whenever and wherever i want to

sanctuary5014

self discovery - an expedition through some life issues - and other random thoughts

WilliWash

A Magazine That Delves Into All Things LIFE.

Superduque

Mi patria es todo el mundo.

wHakAahUa

Do what you love and they'll love what you do

Sacred Touches

Life is a time of purpose and anointed blossoming...

Didi Oviatt

Author of suspense novels Search For Maylee (coming soon), Aggravated Momentum, The Stix, and New Age Lamians. As well as the short story collection Time Wasters and (co-author of) The Suspenseful Collection.

Αρέσει σε %d bloggers: